aegina en drasi

 

O Δήμος Νέας Σμύρνης σε συνεργασία με το Πρότυπο Πειραματικό Γυμνάσιο & Λύκειο της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης, στα πλαίσια της δράσης του σε θέματα παιδείας και πολιτισμού, προκήρυξε μαθητικό λογοτεχνικό διαγωνισμό Ποιήματος & Διηγήματος για τους φοιτώντες στα Γυμνάσια και Λύκεια του Δήμου, με θέμα «Εφηβική ζωή». Τα χρονικά όρια του διαγωνισμού ορίστηκαν από τις 25 Ιανουαρίου έως τις 5 Απριλίου 2013. Η τελετή βράβευσης πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 26 Απριλίου 2013 στην Αίθουσα Εκδηλώσεων της Ευαγγελικής Σχολής.

Η γενική ποσοτική εικόνα των συμμετοχών στο διαγωνισμό, ανά σχολείο και βαθμίδα της εκπαίδευσης   Κατατέθηκαν συνολικά 20 ποιήματα και 15 διηγήματα από 12 σχολεία της Νέας Σμύρνης. Ως προς τα ποιήματα, πρωταγωνίστησαν τα Λύκεια με 12 συμμετοχές έναντι 8 των Γυμνασίων. Ως προς τα διηγήματα, τα Γυμνάσια κυριάρχησαν με 12 συμμετοχές έναντι 3 των Λυκείων. Η μεγαλύτερη συμμετοχή σημειώθηκε στα διηγήματα όπου οι μαθητές του Γυμνασίου της Ευαγγελικής έγραψαν 7 κείμενα ενώ πολύ μεγάλη ήταν και η συμμετοχή του Λυκείου της Λεοντείου με 5 ποιήματα. Ακολουθούν στο χώρο της ποίησης το Γυμνάσιο της Ευαγγελικής (3), το Παλλάδιο Λύκειο (2), το 2ο ΓΕΛ (2), το 6ο Γυμνάσιο (2). Σημαντική επίσης ήταν η συνολική  συμμετοχή του 3ου, 5ου, 6ου Γυμνασίων και Λυκείων, αλλά και του 7ου Γυμνασίου, το οποίο και συνεργάστηκε με το Λογοτεχνικό Όμιλο της Ευαγγελικής στη διοργάνωση της εκδήλωσης, πλαισιώνοντας με μουσικό πρόγραμμα υπό την καθοδήγηση του μουσικού κ. Αύγουστου Ψυλλάκη.

Η Κριτική Επιτροπή   Πρόεδρος: Έλλη Φιλοκύπρου, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μ.Μ.Ε. της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μέλη: ΠΟΙΗΣΗ Δώρα Μέντη (Λογοτεχνικός Όμιλος Ευαγγελικής Σχολής) & Θοδωρής Χιώτης (Ποιητής-ερευνητής). ΔΙΗΓΗΜΑ: Μιχαήλ Μιχαλιός (Φιλόλογος Γυμνασίου Ευαγγελικής) & Γιώργος Θώδης (Φιλόλογος Λυκείου Ευαγγελικής Σχολής).

ΒΡΑΒΕΥΣΕΙΣ

ΠΟΙΗΜΑ (ΓΥΜΝΑΣΙΟ) Βραβείο Τίνα Δημοπούλου, [Ναι, σε σένα μιλώ], 7ο Γυμνάσιο Νέας Σμύρνης Πρώτος έπαινος Κωνσταντίνος Αβράμης, «Όνειρα ουροβόρου όφεως», 3ο Γυμνάσιο Νέας Σμύρνης

ΠΟΙΗΜΑ (ΛΥΚΕΙΟ) Βραβείο Βίκτωρ Πραπάστιτσα, «Εκ βαθέων», 2ο ΓΕΛ Νέας Σμύρνης Πρώτος έπαινος Μαρίνα Καραδημητρίου, «Παιδί είμαι ακόμα!», Παλλάδιο Λύκειο Νέας Σμύρνης Δεύτερος Έπαινος Εύη Παπακυριακοπούλου, «Εμείς τα δίστιχα», Λεόντειο Λύκειο

ΔΙΗΓΗΜΑ (ΓΥΜΝΑΣΙΟ) Βραβείο Πένυ Μπεθάνη, «Π», Γυμνάσιο Ευαγγελικής Πρώτος έπαινος  Κίτσος Ορφανόπουλος, «Διπλή εφηβική ιστορία», Γυμνάσιο Ευαγγελικής Δεύτερος Έπαινος Ελένη Μαγνήσαλη, «Η 100η ερώτηση», Γυμνάσιο Ευαγγελικής

ΔΙΗΓΗΜΑ (ΛΥΚΕΙΟ) Βραβείο Χαρά Κοντοχρήστου, «Ενός λεπτού σιγή», Λεόντειο Λύκειο

Ερμιόνη

Ναι! Σε σένα μιλώ εύθραυστο ον, προστατευμένη άπλαστη  μάζα Και ουρλιάζεις κτήνος μην το αρνείσαι! Ουρλιάζεις στη μάνα σου, στην αδελφή σου, στον πατέρα σου, στους ονομαστούς, στους ξεχωριστούς, σε όλους. Κι εκείνοι κάνουν πως δεν ακούνε, όμως δεν σου αρνιούνται στις σφαλισμένες πόρτες τους μπαίνεις και κλέβεις, κλέβεις εκείνη, αυτόν, αυτούς , όλους για να φτιάξεις εσένα. Ένα πάζλ με εικόνες που δεν σου ανήκουν.   Και είσαι το ίδιο παραμορφωμένο πρόσωπο, το ίδιο παιδί, το ίδιο κτήνος που καλύπτει το ευαίσθητο πρόσωπο του ενήλικα ποιητή. Και τώρα άρχισε το γλυκανάλατο μονοπάτι σου που σε κάθε σου βήμα η υπέροχη σου δύναμη χάνεται σε κάθε ρωγμή μέχρι να περάσει το γκρεμό.      Χείλια ηδονικά σε καρφώνουν, λέξεις προφέρουν σπασμωδικά που σε κοιτάζουν Μάτια σε δαγκώνουν και οι ελιές μου πλέουν στο είναι σου. Κάθε πρωί κοιμάμαι και κοιτάζω τον καθρέφτη, κάθε φορά λέω ψέματα Σήμερα ξυπνά η ζωή και λέει την αλήθεια.

Κλείνεις τις σάρκες σου και στο άνοιγμά σου γραπώνομαι για να γίνω είναι σου Και σου φωνάζω, σου ουρλιάζω μα εσύ στα δάκρυα σου με γλιστράς. Στα χαλάσματα σου στέκομαι και πετώ τα βάρη μου στους καθρέφτες σου, αυτούς που μικρό με δείχνουν μέχρι να σπάσουν και να με δουν.

Κόκκινα τηγάνια στο πρόσωπό σου, που τσιγαρίζουν αδιάκοπα τις λύπες σου με πάθος, με ένταση, με ζήλο και το ίδιο χαμόγελο, αυτό, το στραβό όταν πάντα από το μαυρισμένο λάδι αναγεννιούνται καινούριες, άπειρες Τα ζαρωμένα χείλια σου επικαλυμμένα σε άφθονο μεικάπ, τα μάτια σου ίσα, ίσα που ξεχωρίζουν    κι αυτά ξεβαμμένα, σαν τεχνητή θάλασσα χαμένη στο να παριστάνει κάτι άλλο, χωμένα στο πρόωρο γερασμένο δέρμα σου.

Μου γυρνάς την πλάτη ειρωνικά. Έτσι έχεις μάθει. Από το συνθετικό σου κολάν εξέχει το αξίωμά σου. Γυρνάς την κοκαλιασμένη σου μέση για να μου αναδείξεις το υπερφουσκωμένο σου στέμμα ενώ υποχρεώνεις τα αποξενωμένα σου μάτια να εκφράσουν την πιο αδύναμη υποτίμηση σου, αλλοιωμένη σαν τρεμάμενη υπογραφή σε φθηνό γυαλιστερό χαρτί.

Κι όμως, κι όμως θυμάμαι τότε. Τότε που αφέθηκες και το μεικάπ σου σου σκούπισα Και οι πόροι σου διαμάντια ανάβλυζαν, ξεχείλιζαν Ύστερα με κοιτάς και το βλέμμα σου φοβισμένο, ένα λογικό στο παράλογο. Στο πρόσωπό σου μάχη, τα μάτια σου φοβισμένα συνεχίζουν να με κοιτούν, αλλά το στόμα σου σνόμπικο ετοιμάζεται να την κάνει μαζί με το υπόλοιπο σώμα . Μέσα όμως στα περιτυλιγμένα  σαν πακετάκια μάτια σου μια διαγώνια γραμμή στις άλλες ίσες της ίριδάς σου μου ψιθυρίζει  «συγνώμη»

«Όνειρα ουροβόρου όφεως»

Μιας πεταλούδας μεταμόρφωση. Παντού οθόνες, Τι άλλο έχει σημασία; γύρω απ’ τις ζεστές καρδιές. Δεν ξέρω, δεν μ’ αρέσει να εικάζω. Και οι σκέψεις μόνες, Θαρρώ η στιγμή και η μόρφωση. την πραγματικότητα σπάνε, Παρελθόν, παρόν και μέλλον, ό,τι κι αν κοιτάζω.  τα όνειρα τώρα πάνε.

Βλέφαρα που ανοίγουν, Μας λούζουν φώτα μάτια που αλλάζουν ρότα, και μάταιοι προβολείς. που κοιτούν πιο μακριά από πρώτα. Αν δεν γίνουμε όπως πρώτα, Χείλη που σμίγουν, θα χαθούμε, θα πνιγούμε της μουσικής μας η όγδοη νότα. Και θα φταίμε μόνο εμείς.

Παιχνίδια και απολαύσεις, Γύρω φίλοι και γνωστοί, αν μπλεχτείς θ’ αλλάξεις. αγάπες και λυγμοί. Στη ζωή σου αν θα πετύχεις, μα οι πραγματικοί δεσμοί μην χαρείς, μην πανηγυρίσεις. παραμένουνε κρυφοί. Όλα τούτα, παιχνίδια είναι της τύχης. εκεί που ηχεί καθάρια η σιωπή.

Το σχολείο άρχει στη ζωή,  Άδεια τετράδια η ζωή αρχίζει στο σχολείο. Με σκέψεις γεμίζουν. Είθε να ισχύουν και τα δύο.  Τι θα απογίνουνε; Το αύριο θα δείξει, Παλιές εμπνεύσεις θα θυμίζουν Αν το τέρας στη βάρκα θα χιμήξει. ή στο τζάκι ως στάχτες θ’ αρμενίζουν.

Μόνο τα όνειρα, Τελικά εκείνο που μετράει τα αθώα, τα κακόμοιρα, είναι αυτό που πάλλεται, θα δώσουν λόγο για πνοή, η ιδέα που γελάει όταν τα μεγαλόπνοα και τελικώς διαψεύδει, θα βλέπουν παρακμή. τα ψέματα κοιτάει και τ’αποφεύγει

«Εκ βαθέων»

Αυτό είναι το τέλος, η καρδιά μου έχυσε όλο το αίμα της, πάνω στο λευκό και αγκαθωτό τριαντάφυλλο της μοίρας. Έχω γράψει τον επιτύμβιό μου στο βουβώνα της ύπαρξης, και θέλω να αφήσω το κορμί μου στο βεστιάριο της ζωής. Μακάρι αυτή η εντάφια προσωπίδα να έσπαγε μπροστά  στον καθρέπτη, και τα χρυσά της δάκρυα να κυλούσανε στα μάγουλά μου.

Έχω προσευχηθεί μάταια για μέρες και ημέρες, και έχω σκεπάσει με λευκό σεντόνι το κορμί της ματαιότητας, μα η λαγνεία του αρώματός της με καλεί να πέσω στον ύπνο της εκμηδένισης. Βαρέθηκα να παρακολουθώ αυτό το δράμα με δυο βαριά  νομίσματα, πάνω στα βλέφαρά μου, και δεν καταλαβαίνω, πια, τα σκαλισμένα πρόσωπα στο κερί της οθόνης, ούτε τα κούφια λόγια τους με τους εμφανίσιμους υπότιτλους. Βαρέθηκα να δέχομαι φιλιά από στόματα που είναι  γεμάτα με αγκάθια, σαν κληματαριές, (προσμένω τα φρεσκοκομμένα αγκάθια να αγκαλιάσουνε  τα χείλια της δυστυχίας), και με κούρασε το παιχνίδι της τυφλόμυγας με τους ανθρώπους. Θέλω να ντύσω με γιρλάντες από τριαντάφυλλα τα μαλλιά των θλιμμένων γυναικών, και να φέρω πίσω τα χαμένα με ήλιον μπαλόνια στα παιδιά, μα είναι η μοίρα μου ιχθείς μπροστά από το σαγόνι του χρόνου, και όστρακο που σαλιαρίζει στα σπλάχνα των στρειδιών, μονάχα μέρες αμβλυμένες από το κέλυφος της θλίψης.

Βίκτωρ Πραπάστιτα, 2ο Λύκειο Νέας Σμύρνης

 

«Παιδί είμαι ακόμα»

Τι με περιμένει εκεί έξω; Μα ποιο δρόμο να διαλέξω; Το μέλλον μου σα μαριονέτα Η ψυχή μου πήζει στην παλέτα Όμως εγώ κρατάω το κλειδί Κι ας μην ξέρω πού θα βγει

Κλείνω το φως που με κουράζει Η ψυχή μου ακόμη όμως φωνάζει Εκείνη γνωρίζει όλα μου τα μυστικά Που κρατάω κρυφά, σα φυλαχτά Τραβάω τις κουρτίνες, τις παίρνει ο άνεμος Έτσι που ο πόνος μου φαίνεται παράνομος

Μα τότε θυμάμαι… Που κοιμόμουνα με παραμύθια Σ’ όλους έλεγα την αλήθεια Το άσπρο αρκουδάκι σύμμαχός μου Το σκοτάδι αιώνιος εχθρός μου

Τώρα πρέπει να βγάλω τα δικά μου τα φτερά Στα πόδια μου τώρα να πατήσω γερά Βαράω την πόρτα και φεύγω μακριά Στο χαμόγελο του ήλιου βρίσκω αμέσως γιατρειά Το χάδι του ανέμου το πρόσωπο μου γαργαλάει Κι η κάθε σκέψη μου για όνειρα μιλάει

Γιατί παιδί είμαι ακόμα Κι ας μην πέφτω στο χώμα Μ’ ένα κόκκινο μπαλόνι τρέχω Τη μιζέρια δεν αντέχω Κι αν πέσω σηκώνομαι Σε άλλη διάσταση υψώνομαι

Αφού παιδί είμαι ακόμα Το δράκο κάνω λιώμα Και μόλις σβήσουν τα φώτα Την ελπίδα μου ρώτα Το χαμόγελό μου θα χορεύει Μ’ όλες τις πίκρες θα παλεύει

Μαρίνα Καραδημητρίου, Παλλάδιο Λύκειο

 

Εμείς τα δίστιχα

Έτσι ήταν η νιότη μας ποίηση και τραγουδίσματα. Έτσι γίναμε κι εμείς υπεροπτικά δίστιχα, μονόστιχα μίζερα και τραβηγμένα σσσ… Ήσυχα• για τη νιότη που ξεθωριάζει… Θα λέμε.

Δολοφόνοι σωστοί για τα όνειρα που στήσαμε στον τοίχο, στυγνά πυροβολήσαμε και κανείς μας, ποτέ, δε μίλησε γι’ αυτά. Θα είμαστε.

Αν τούτο το έρεβος νομίζουμε γι’ αστείο Αν αυτό το λίγο, μας φτάνει και μας περισσεύει.

Εύη Παπακυριακοπούλου, Λεόντειο Λύκειο

 Ψευδώνυμο: Μπέθανι Σταμπς

π

Κεφάλαιο 1ο  Σεπτέμβριος 2030. Η κρίση που ξέσπασε στην Ελλάδα το 2010 έμοιαζε να υποχωρεί γύρω στο 2015, αλλά αμέσως μετά, επανήλθε χειρότερη αφού χτύπησε όλη την υφήλιο και βύθισε τη χώρα σε παρατεταμένη ύφεση. Παρά τους περιορισμούς από την κρίση, η τεχνολογία δεν σταμάτησε να αναπτύσσεται με μεγάλα άλματα και να αλλάζει την εικόνα του κόσμου. Η ανεργία όμως παρέμεινε η μάστιγα που υποβάθμιζε τις ζωές πολλών ανθρώπων ακόμα και στον τομέα της παιδείας. Γιατί; Επειδή τα σχολεία υπέστησαν τρομερές αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα, καθώς ακολούθησε αυτό που όλοι φοβούνταν: Πραγματοποιήθηκε η απόλυση όλων των καθηγητών οι oποίοι αντικαταστάθηκαν από ηλεκτρονικές μηχανές υψηλής τεχνολογίας, κάνοντας το μάθημα τελείως ηλεκτρονικό. Αθήνα. Κάπου στο κέντρο. Σε ένα σχολείο. Σε μια αίθουσα. Αμίλητοι μαθητές. Ο τεράστιος και επιβλητικός διαδραστικός πίνακας καλύπτει -σχεδόν- όλο τον τοίχο της τάξης. Κάθε μαθητής έχει το δικό του θρανίο στο οποίο υπάρχει μια ενσωματωμένη οθόνη αφής. Όλα τα κεφάλια είναι σκυμμένα στις οθόνες τους, καθώς μικροσκοπικές κάμερες στους τοίχους τους επιβλέπουν. «Τέλος χρόνου» ακούστηκε η ψυχρή φωνή της μηχανής (ή αλλιώς του ‘αντικαταστάτη’ του καθηγητή) μέσα από δύο μεγάλα ηχεία κρεμασμένα ψηλά, στις γωνίες της αίθουσας. Οι μαθητές σήκωσαν  τα κεφάλια τους. Το διαγώνισμα είχε τελειώσει. Οι Η/Υ μπροστά τους έσβησαν και το επίκεντρο της προσοχής στράφηκε στο διαδραστικό πίνακα, που άρχισε να γράφει αυτόματα. «Ηλίθια μηχανή», ψιθύρισε ο Δημήτρης από το τελευταίο θρανίο. «Ούτε ένα λεπτό παραπάνω δεν μας άφησες, πώς να προλάβουμε να λύσουμε όλες τις ασκήσεις!» παραπονέθηκε. «Τουλάχιστον όταν είχαμε καθηγητές, μας έκαναν την χάρη. Θυμάστε παιδιά πώς ήταν οι καθηγητές;» στράφηκε στην υπόλοιπη παρέα. «Αν θυμάμαι; Δεν ξεχνιέται. Τουλάχιστον αυτοί είχαν αισθήματα» απάντησε η διπλανή του, η Αθηνά. «Όπως η κυρία Θεοδώρα», συνέχισε. «Μπορώ να πω πως ήταν η αγαπημένη μου. Εσάς;» λέει απευθυνόμενη στα άλλα δύο μέλη της παρέας, στην Κρίστη και στον Άγγελο, που κάθονταν στο μπροστινό θρανίο. «Αν συνεχίσετε να μιλάτε, θα ειδοποιηθούν οι γονείς σας», τσίριξε απότομα η φωνή της μηχανής από τα ηχεία και ανάγκασε την παρέα να σωπάσει. Το κουδούνι σήμανε τη λήξη των μαθημάτων. «Και μην ξεχάσετε να φέρετε τις αυριανές εργασίες. Καλό σας μεσημέρι» ακούστηκε η φωνή από τα ηχεία. Κανείς δεν έδωσε σημασία και όλοι στράφηκαν προς την έξοδο. Χωρίς φωνές, σκυμμένοι, αποχωρούσαν ένας-ένας οι μαθητές από την αυλή του σχολείου. Ανάμεσα τους και η παρέα των τεσσάρων παιδιών. Μπροστά προχωρούσε ο Άγγελος. Τα μακριά μαύρα μαλλιά του τινάζονταν σε κάθε του βήμα αλλά τα μεγάλα στρογγυλά γαλανά μάτια του παρέμεναν καρφωμένα στο έδαφος. Ο Άγγελος ήταν από τους καλύτερους μαθητές στην τάξη του, αν και ποτέ δεν φάνηκε να τον ενδιαφέρουν οι βαθμοί του. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες του είχαν έρθει μετανάστες στην Ελλάδα, περίπου 40 χρόνια πριν, φέρνοντας μαζί τους, παιδιά ακόμα, τους γονείς του. Του μιλούσαν πάντα για το όμορφο χωριό που γεννήθηκαν και μεγάλωσαν και με αυτές τις εικόνες είχε γεμίσει τα μυαλά όλων στην παρέα τόσο που ονειρεύονταν  να το επισκεφτούν κάποτε όλοι μαζί. Αλλά η κρίση τους έκοψε τα φτερά. Ακολουθούσε η Αθηνά. Ψηλή, με καστανόξανθα μαλλιά και πολύ πεισματάρα. Δεν ήταν από τους καλύτερους μαθητές, αλλά προσπαθούσε πραγματικά. Στο σπίτι της τίποτα δεν πήγαινε καλά. Οι γονείς της ήταν άνεργοι. Κάθε φορά που γύριζε από το σχολείο άκουγε από μακριά τις φωνές του πατέρα της και τις γροθιές πάνω στο τραπέζι το γεμάτο με τους απλήρωτους λογαριασμούς. Όμως όταν άνοιγε την πόρτα, τη θέση των ουρλιαχτών έπαιρνε ένα ψεύτικο χαμόγελο που την καλωσόριζε σπίτι. Αλλά εκείνη ήξερε. Ήξερε πως από στιγμή σε στιγμή ίσως να έμενε χωρίς σπίτι, γι’ αυτό προσπαθούσε να μην τους στεναχωρεί και με τα θέματα των βαθμών της. Ύστερα ο Δημήτρης. Όχι και τόσο καλός μαθητής, αλλά κολλημένος με την τεχνολογία. Φάνηκε, αρχικά, να ενθουσιάζεται με την αντικατάσταση των καθηγητών από μηχανές. Αγαπημένο του μάθημα ήταν η πληροφορική και αγαπημένη του ασχολία ο προγραμματισμός. Πάντα ενημερωμένος για οτιδήποτε αφορούσε την υψηλή τεχνολογία. Έπαιζε στα δάχτυλα κάθε ηλεκτρονικό μηχάνημα και του άρεσε πάντα να βρίσκει τρόπους να τα κοροϊδεύει ώστε να αποδεικνύει πόσο ηλίθια είναι. Και τέλος, η Κρίστη. Γλυκό πρόσωπο ζωγραφισμένο συνήθως με ένα τεράστιο χαμόγελο. Η βαθμολογία της στα μαθήματα ήταν από τις υψηλότερες στην τάξη της και λάτρευε τα μαθηματικά. Έχασε τη μητέρα της πριν δύο χρόνια και ζούσε με τον πατέρα της, καθώς η μεγάλη της αδελφή σπούδαζε αρχιτεκτονική στη Θεσσαλονίκη. Παρ’ όλο που τα πάντα είχαν γίνει ηλεκτρονικά, λάτρευε τα βιβλία από χαρτί και στον ελεύθερο χρόνο της διάβαζε μανιωδώς κάθε έντυπο που έβρισκε στην αποθήκη του σπιτιού της ή αλλού. Όλη η παρέα ήταν στην 3η τάξη του γυμνασίου. Ήταν ήδη τρία χρόνια συμμαθητές και είχαν περάσει την 1η χρονιά του γυμνασίου με κανονικούς καθηγητές πριν η κρίση χτυπήσει αποφασιστικά και την παιδεία αδειάζοντας τις αίθουσες από δασκάλους. Κάτι σε αυτήν την τεράστια ανατροπή τους έφερε πιο κοντά. Στο δρόμο για το σπίτι, οι κουρασμένες ματιές τους, μετατράπηκαν γρήγορα σε σκουντήματα, πειράγματα, δυνατές φωνές και γέλια.

Κεφάλαιο 2ο «Ρε ’σεις, αλήθεια τώρα, θυμάστε πώς ήταν οι καθηγητές;» στράφηκε ο Δημήτρης στους υπόλοιπους. «Με κάθε λεπτομέρεια!» απαντά η Κρίστη. «Είχε τόση πλάκα, πραγματικά. Θυμάστε πώς τσίριζε η μαθηματικός, η Καλατζή;» συνέχισε. «Ή ο Τσαρούχας ο καράφλας, ο φιλόλογος; Πραγματικά, τον είχαμε τρελάνει» συμπλήρωσε η Αθηνά. «Θα σας πετάξω όλους έξω, αναιδέστατοι!» μιμήθηκε τον καθηγητή κάνοντας μια τραχιά φωνή. Όλοι έσκασαν στα γέλια. Το επόμενο λεπτό έμειναν αμίλητοι αφού τους ήρθαν στο μυαλό αναμνήσεις από τους καθηγητές και ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν τα βιαστικά τους βήματα στην άσφαλτο. «Στα αλήθεια μου έλειψ…» πήγε να μιλήσει ο Άγγελος, αλλά ξαφνικά τον διέκοψε η Κρίστη. «Για μισό λεπτό!» αναφώνησε. «Πωω, πως δεν το σκέφτηκα νωρίτερα! Καλά ε, θα τρελαθείτε μόλις το ακούσετε!» συμπλήρωσε. «Μα τι έπαθες, τρελάθηκες;» ρώτησε η Αθηνά. «Προς το παρόν όχι» απάντησε η Κρίστη. «Ωχ!» αναφώνησαν οι υπόλοιποι. Τον λόγο πήρε ξανά η Κρίστη: «Λοιπόν, ακούστε! Μόλις θυμήθηκα πως η μάνα μου είχε πιάσει φιλίες με την Καλατζή..». «Την Καλατζή; Την καθηγήτρια;» διέκοψε παραξενεμένος ο Άγγελος. «Ακριβώς αυτή! Ακούστε, ξέρω πού μένει! Είστε να της κάνουμε μια πλάκα;» ολοκλήρωσε η Κρίστη. «Μέσα!» φώναξε ο Δημήτρης. «Πλάκα; Τι είδους πλάκα;» ρώτησε συνοφρυωμένος ο Άγγελος. «Δεν χρειάζεται απαραίτητα να είναι πλάκα. Εννοώ, μπορούμε και να την επισκεφτούμε. Έχουμε να τη δούμε τόσο καιρό. Θα ήταν ωραία. Τι λέτε;» απάντησε η Κρίστη. «Ναι, γιατί όχι;» συμφώνησε η Αθηνά. «Οπότε είμαστε εντάξει Άγγελε;» ρώτησε ο Δημήτρης. «Χμ, ναι, ίσως» έσκασε ένα χαμόγελο ο Άγγελος. «Τέλεια!» αναφώνησαν οι υπόλοιποι. «Το κανονίζουμε για αύριο μετά το σχολείο;» ρώτησε η Κρίστη. «ΟΚ, έγινε!» απάντησε η Αθηνά και οι υπόλοιποι έγνεψαν καταφατικά. «Εγώ στρίβω από ’δω για το σπίτι μου. Τα λέμε παιδιά!» είπε ο Άγγελος.  Έτσι αποχαιρετίστηκαν όλοι μεταξύ τους και έστριψε ο καθένας για τον προορισμό του. Η επόμενη μέρα δεν άργησε να ξημερώσει. Όλοι σηκώθηκαν απρόθυμα από τα κρεβάτια τους -όπως κάθε σχολική μέρα άλλωστε- και με τις συνηθισμένες πρωινές, βαριεστημένες κινήσεις, χαιρέτησαν τους γονείς τους και ξεκίνησαν για το σχολείο. Κάπου στα μισά τις διαδρομής συναντήθηκαν, αφού τα σπίτια τους απείχαν ελάχιστα το ένα από το άλλο. «Λοιπόν παιδιά, σήμερα είναι η μεγάλη μέρα!» αναφώνησε η Κρίστη. «Ωχ, το ξέρω. Θα μας εξετάσει στη φυσική αυτό το χαζο-μηχάνημα», γκρίνιαξε ο Δημήτρης. «Ξέρεις πως δεν εννοούμε αυτό, ανόητε!» του απάντησε η Κρίστη δίνοντας του ένα φιλικό χτύπημα. «Άουτς!», παραπονέθηκε ο Δημήτρης ενώ οι άλλοι γελούσαν. Η ζωή των παιδιών έμοιαζε να έχει βρει την καθημερινότητά της. Τι είχαν απογίνει όμως, οι καθηγητές; «Πραγματικά ανυπομονώ να δω πώς θα είναι η κ. Καλατζή. Λέτε να έχει πιάσει άλλη δουλειά;» αναρωτήθηκε ο Άγγελος. «Μπα, με τέτοια ανεργία, δεν νομίζω» αποκρίθηκε η Κρίστη καθώς τα παιδιά περνούσαν την πόρτα του σχολείου. Συνέχισαν αμίλητοι, ώσπου χτύπησε το μεγάλο κουδούνι που σήμαινε την είσοδό τους στις τάξεις. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους βγάζοντας έναν αναστεναγμό, και μπήκαν στην αίθουσά τους καθώς το μηχάνημα τους καλωσόριζε. «Καλημέρα. Παρακαλώ πολύ καθίστε στις θέσεις σας», είπε με μια ψεύτικη γλυκύτητα. Οι μαθητές αφού αντάλλαξαν βλέμματα απελπισίας, έσκυψαν τα κεφάλια τους πάνω από τις μεγάλες οθόνες των θρανίων τους και το μάθημα ξεκίνησε. Όμως ο νους της παρέας ήταν αλλού. Πώς να ήταν άραγε τα πράγματα για τους παλιούς καθηγητές τους; Οι διδακτικές ώρες κύλησαν βασανιστικά αργά για την παρέα. Το μάθημα με την μηχανή ήταν άψυχο, μουντό και βαρετό. Τίποτα καλό δεν συνέβη -ή μάλλον καλύτερα- τίποτα ακριβώς δεν συνέβη.  Το κουδούνι για τη λήξη του σχολικού προγράμματος χτύπησε και πριν το μηχάνημα προλάβει να ολοκληρώσει την καθορισμένη πρόταση του τύπου: «Καλό σας μεσημέρι και καλό διάβασμα» η παρέα είχε γίνει καπνός. «Λοιπόν! Πάμε σπίτια μας και σε 15 λεπτά ακριβώς συναντιόμαστε ξανά εδώ! Σύμφωνοι;» στράφηκε αγχωμένα η Κρίστη στους υπόλοιπους. To «εδώ» προσδιόριζε την πίσω αυλή του σχολείου και τα παιδιά συμφώνησαν γνέφοντας καταφατικά. Έτσι ξεκίνησαν το καθένα ξεχωριστά, με προορισμό το σπίτι του.

Κεφάλαιο 3ο «Εσύ πάτα το κουδούνι!» «Είσαι τρελός; Εσύ να το πατήσεις!» «Σιγά μην το πατήσω εγώ, κορόιδο είμαι;» «Παιδιά, συγγνώμη που διακόπτω, αλλά δεν είναι ώρα να παίξουμε την κολοκυθιά!» φώναξε ο Άγγελος, διακόπτοντας τον τσακωμό μεταξύ των παιδιών. Ήταν ήδη έξω από το σπίτι της καθηγήτριας Καλατζή και νευρικά προσπαθούσαν να βρουν θάρρος να πατήσουν το κουδούνι που έγραφε: «Οικία Καλατζή». Η Κρίστη έριξε ένα αυστηρό βλέμμα στους υπόλοιπους, πήρε μια βαθιά ανάσα και πάτησε το κουδούνι. Τα παιδιά κοιτάχτηκαν αγχωμένα μεταξύ τους καθώς ακούστηκαν βήματα από το εσωτερικό του σπιτιού. Πριν προλάβουν να ξεστομίσουν κάτι, η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε μια γυναίκα, που καθόλου όμως δεν έμοιαζε στην κυρία Καλατζή. Η καθηγήτρια που ήξεραν, δεν ήταν μεγάλη, αντίθετα, ήταν πάντα περιποιημένη και με ένα χαμόγελο στα χείλη –τις περισσότερες φορές-. Η γυναίκα που τους άνοιξε την πόρτα όμως, έμοιαζε πιο γερασμένη, με μαύρους κύκλους, απεριποίητη, φορώντας μια ξεφτισμένη ρόμπα να ξεφυσά κρατώντας ένα δέμα γεμάτο λογαριασμούς. Τα παιδιά σαστισμένα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Τον λόγο πήρε ο Άγγελος. «Η κυρία Καλ…» δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει καθώς τον διέκοψε η ίδια. «Δεν μπορεί…» είπε κοιτώντας παράξενα την παρέα. «Παιδιά, εσείς;» Η παρέα της απάντησε με ένα χαμόγελο. «Πόσο καιρό έχω να σας δω!» αναφώνησε. «Περάστε μέσα! Μα, συγγνώμη που με βρίσκετε σε τέτοια κατάσταση δεν… δεν περίμενα καλεσμένους» κόμπιασε λίγο και τους άνοιξε την πόρτα. Πριν προλάβουν να το καταλάβουν, βρίσκονταν όλοι καθισμένοι στο μικρό σαλόνι με μια κούπα ζεστή σοκολάτα στο χέρι, μιλώντας για την εξέλιξη των πραγμάτων. «Πάντως χαίρομαι που με επισκεφτήκατε», πήρε τον λόγο η Καλατζή. «Θέλω να πω, είχα καιρό να μάθω νέα, εκτός των οικονομικών» γέλασε πονεμένα. «Για πείτε μας κυρία, όμως, πως είναι τα πράγματα για σας – τους καθηγητές, τώρα; Γιατί για εμάς, όχι και τόσο ωραία. Σε όλους τους μαθητές φαίνεται τελείως αδιάφορο το μάθημα με μηχανές, εννοώ, τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ανθρώπινη παρουσία», ρωτάει η Αθηνά. «Όλοι το ξέραμε πως, αργά ή γρήγορα, θα συνέβαινε. Οι καθηγητές της μέσης εκπαίδευσης είχαν αντικατα¬σταθεί από τα μηχανήματα  στην Αμερική και στη Δυτική Ευρώπη πολύ πριν συμβεί αυτό και εδώ στην Ελλάδα. Έτσι ήταν ένας φόβος που κάθε καθηγητής είχε στην άκρη του μυαλού του. Τελικά τα πράγματα αποδείχθηκαν χειρότερα απ’ όσο περιμέναμε. Χάσαμε όλοι τις δουλειές μας. Είμαστε πνιγμένοι στα χρέη, κάνω τους λογαριασμούς σαΐτες πια», γέλασε πονεμένα για άλλη μια φορά. «Μου είναι δύσκολο να κοιμηθώ τα βράδια. Τα πρωινά δεν περνούν με τίποτα. Οι περισσότεροι αισθανόμαστε άχρηστοι και δεν μπορούμε να διώξουμε την κατάθλιψη από πάνω μας. Βέβαια, έχουμε και αισιόδοξες σκέψεις …, για εσάς τους νέους. Είστε η ελπίδα που δεν σβήνει. Εσείς μπορείτε να κάνετε μια νέα αρχή», συμπλήρωσε. «Και θα την κάνουμε!» πετάχτηκε όρθιος ο Δημήτρης διακόπτοντας την ησυχία μεταξύ των παιδιών. Οι υπόλοιποι τον κοίταξαν σαστισμένοι. «Πάει, τρελάθηκε τελείως», είπε η Κρίστη ειρωνικά. «Δεν τρελάθηκα καθόλου, σε πληροφορώ!»  συνέχισε ο Δημήτρης. «Έχω μια καταπληκτική ιδέα. Μια ιδέα που θα φέρει την επανάσταση!». «Κάτσε κάτω βρε Δημήτρη» είπε ο Άγγελος απελπισμένα. «Μην τον αποπαίρνετε παιδιά, αφήστε τον να μας πει τι σκέφτηκε», είπε γελώντας η Καλατζή. «Ευχαριστώ κυρία», απάντησε ο Δημήτρης με ένα χαμόγελο νίκης ζωγραφισμένο στα χείλη του. «Λοιπόν, αυτό που σκέφτηκα θα τα αλλάξει όλα. Θα είναι η αρχή μιας επανάστασης, μιας νέας εποχής» συμπλήρωσε. «Ναι, ναι. Αυτά μας τα είπες και πριν! Θα μας πεις ποια είναι η ‘επαναστατική ιδέα’ σου;» ρώτησε αγανακτισμένα η Κρίστη. «Ωραία λοιπόν, αφού ανυπομονείτε τόσο, ένα πράγμα θα σας πω!» απάντησε ο Δημήτρης. «Κρυφό σχολειό!» συμπλήρωσε.

Κεφάλαιο 4ο «Ορίστε;» αναφώνησαν όλοι μαζί. «Τι δεν καταλαβαίνετε;» τους απάντησε ο Δημήτρης. «Οι καθηγητές επιστρέφουν!» αναφώνησε. «Μα, για μισό λεπτό!» τον διέκοψε η Καλατζή. «Τι εννοείς με αυτό, αγόρι μου;» ρώτησε προσπαθώντας να καταλάβει τον Δημήτρη. «Αυτό που εννοώ, κυρία Καλατζή και παιδιά, είναι πως είναι καιρός για άλλη μια φορά να κάνουμε κάτι, να ξανασηκωθούμε όπως έγινε παλιά αρκετές φορές στην Ελλάδα. Αρκετά καθίσαμε με σταυρωμένα τα χέρια. Αφού η επίσημη εκπαίδευση δεν γίνεται πια από καθηγητές, θα ξεκινήσουμε μια ανεπίσημη αλλά αληθινή εκπαίδευση από άνθρωπο σε άνθρωπο. Μπορεί να μην έχουμε τουρκοκρατία, αλλά έχουμε ‘μηχανοκρατία’! Παντού στο διαδίκτυο τα μηνύματα είναι τα ίδια. Σε όλο τον κόσμο, οι μαθητές δεν αντέχουν άλλο της μηχανές. Έτσι λοιπόν και εμείς, θα ξαναρχίσουμε τα μαθήματα με πραγματικούς καθηγητές έξω από το επίσημο σχολείο». «Δυσκολεύομαι να καταλάβω τι εννοείς και αν σοβαρολογείς παιδί μου» απάντησε πλήρως σαστισμένη η καθηγήτρια. «Στ’ αλήθεια τα εννοείς αυτά;» σχολίασε έκπληκτη η Αθηνά. «Μα φυσικά!» αναφώνησε ο Δημήτρης. «Κάθε μεσημέρι, μετά το σχόλασμα του σχολείου θα έχουμε το δεύτερο σχολείο μας. Τα απογεύματα, θα μαζεύονται οι καθηγητές και θα κάνουμε μάθημα όλοι μαζί. Όπως παλιά. Συμφωνείτε;» φώναξε ενθουσιασμένος. Όλοι κοιτάχτηκαν σαστισμένοι μεταξύ τους. Ύστερα ακολούθησε απόλυτη ησυχία την οποία διέκοψε η Αθηνά. «Δεν το πιστεύω πως το λέω αυτό, μα ναι, είμαι μέσα!» αναφώνησε η Αθηνά. «Από τις καλύτερες ιδέες που έχω ακούσει. Δεν σκέπτεσαι συχνά, αλλά όταν το κάνεις, έχει αποτέλεσμα» συμπλήρωσε αστειευόμενη η Κρίστη. Τη χαρά τους διέκοψε όμως η Καλατζή. «Παιδιά μου, λυπάμαι στ’ αλήθεια που το λέω, αλλά ίσως αυτό που προτείνετε δεν είναι και τόσο εύκολο. Δεν ξέρω πού και σε τι κατάσταση είναι οι πρώην συνάδελφοι. Επίσης είμαι σίγουρη πως μετά από λίγο –αν πραγματοποιηθεί αυτό- οι περισσότεροι δεν θα πατάτε καν στο κανονικό σας σχολείο, και αυτό θα φέρει πολύ άσχημα αποτελέσματα» ξεφύσηξε. «Αχ κυρία, μην το χαλάτε!» φώναξε η Αθηνά. «Εσύ Άγγελε τι λες;» ρώτησε η Καλατζή απελπισμένη. Ο Άγγελος είχε μείνει αμίλητος όλη αυτή την ώρα, χωρίς να έχει κάνει κανένα σχόλιο. Όλοι γνώριζαν ότι πάντα ζύγιζε αρκετά την τελική του απόφαση και δεν παρασυρόταν από εύκολο ενθουσιασμό. «Αυτή ιδέα μου μοιάζει τελείως τρελή και παρατραβηγμένη. Ίσως και ριψοκίνδυνη από πολλές απόψεις» είπε ενώ οι υπόλοιποι αναστέναξαν λυπημένα. «Αλλά θα συμφωνήσω. Δεν αντέχω άλλο με αυτά τα μηχανήματα» συμπλήρωσε. Οι υπόλοιποι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους φωνάζοντας και ανταλλάσσοντας χαμόγελα. Το μόνο που τους έλειπε ήταν να πείσουν την καθηγήτρια Καλατζή που φαινόταν να μην μπορεί να ξεπεράσει τον αρχικό προβληματισμό της. «Ελάτε κυρία, θα πρέπει να το προσπαθήσουμε. Πώς να αφήσουμε την ελπίδα που εσείς είπατε πως μας ανήκει;» στράφηκε απελπισμένα στην Καλατζή, η Κρίστη. «Παιδιά πραγματικά δεν ξέρω. Οι δυσκολίες φαίνονται ανυπέρβλητες… Θα πρέπει να στηριχθούμε μόνο στο μεράκι και στην αγάπη των ανθρώπων για τη μάθηση και τον συνάνθρωπο. Αυτά, όπως καταλαβαίνετε, δεν μετριούνται με χρήματα, γι’ αυτό και είμαστε σε αυτήν την κατάσταση. Πόσο πολύ όμως αξίζουν! Μάλλον έχετε δίκιο, αξίζουν κάθε μας προσπάθεια!» τους είπε χαρίζοντάς τους ένα χαμόγελο. Ήταν σίγουρα τρελό αυτό που πήγαιναν να ξεκινήσουν, αλλά θα ήταν απαράδεκτο να κάτσουν κι άλλο με σταυρωμένα τα χέρια. Έτσι στρώθηκαν στη δουλειά. «Εγώ πιστεύω πως η ομάδα μας χρειάζεται ένα όνομα! Θέλω να πω, είναι βασικό να μπορούμε κάπως  να φωνάζουμε και να διαδίδουμε την ιδέα μας» είπε η Αθηνά με μάτια που λαμπύριζαν. «Σωστά!» είπε ο Άγγελος. «Τι μπορεί όμως να είναι;» συμπλήρωσε. «Μην αρχίσετε τις χαζομάρες και σκεφτείτε το για λίγο σοβαρά. Είναι αρκετά σημαντικό» σχολίασε η Κρίστη. Έτσι για το επόμενο λεπτό κανείς δεν είπε τίποτα κι οι σκέψεις τους έμοιαζαν να καλύπτουν κάθε ήχο που υπήρχε εκείνη τη στιγμή πάνω στη Γη. «Χμ, έχω μια ιδέα!» αναφώνησε η Καλατζή. «Μπορείτε να ονομάσετε την ομάδα σας  !». «Πι; Τον αριθμό  ;» ρώτησε παραξενεμένα ο Δημήτρης. «Καταλαβαίνω ότι είστε μαθηματικός και σας αρέσουν αυτά, αλλά τι νόημα έχει το  ;» συμπλήρωσε καθώς και η υπόλοιπη παρέα συμφώνησε. «Κάθε μέρα με τις παλιομηχανές, μου φαίνεται ξεχάσατε κιόλας ότι είχαμε μάθει …» είπε με ένα χαμόγελο  η καθηγήτρια που ένιωσε και πάλι ζωντανή σαν να μην πέρασε μια μέρα από τότε που βρισκόταν μπροστά από τον πίνακα της τάξης. « : Ο λόγος της περιμέτρου ενός κύκλου προς τη διάμετρό του. Γνωστός από την αρχαιότητα. Μεσοποταμία, Αίγυπτος, Ελλάδα, … Τρισεκατομμύρια ψηφία του έχουν βρεθεί από τότε, όμως ο άρρητος αυτός αριθμός δεν έχει και ούτε πρόκειται ποτέ να προσδιοριστεί ακριβώς. Η τεχνολογία δεν κατάφερε ούτε θα καταφέρει ποτέ να τον φθάσει όπως δεν θα φθάσει ποτέ την ανθρώπινη νόηση και ψυχή. Το   συμβολίζει τη νίκη της αρμονίας του κύκλου όπως μόνο το ανθρώπινο πνεύμα μπορεί να την αντιληφθεί έναντι των υπολογισμών ακόμη και της τελειότερης μηχανής». Όλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους ενθουσιασμένοι. Για μια στιγμή είχαν νιώσει ξανά ένα ξεχασμένο αίσθημα, την ακαθόριστη ζεστασιά που προσφέρει η αληθινή ανθρώπινη μύηση σε κάποιο μυστήριο. Συμφώνησαν με μιας στο όνομα, ευχαρίστησαν την κυρία Καλατζή και βιάστηκαν να κανονίσουν την επόμενη συνάντησή τους. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η παρέα προσπαθούσε να διαδώσει παντού αυτήν την ιδέα. Ψιθυριστά στην αρχή, στα διαλείμματα και μετά πολύ γρήγορα με μηνύματα στα κινητά, στο διαδίκτυο και σε όλα τα ηλεκτρονικά μέσα που κατάφερναν πάντα να διεισδύουν τα παιδιά. Όλοι μαζί, καθηγητές και μαθητές συμφώνησαν χωρίς δεύτερη σκέψη. Από την πρώτη κιόλας εβδομάδα άρχισαν οι συναντήσεις στα σπίτια μαθητών. Σιγά-σιγά οι μαθητές άρχισαν να πολλαπλασιάζονται, με αποτέλεσμα να μην περιορίζονται σε μια αίθουσα. Ακόμη και οι γονείς συνέφεραν -όσο μπορούσαν- από το μειωμένο εισόδημά τους. Στους δρόμους της Αθήνας υπήρχαν παντού γκράφιτι με το γράμμα  . Μαθητές που έμοιαζαν αδιάφοροι για κάθε τι στις σχολικές ώρες, ξεχύνονταν μετά το σχόλασμα για να ζωγραφίσουν σε κάθε τοίχο « ». Και όλα είχαν μόλις αρχίσει…

Μερικούς μήνες αργότερα… Η έντονη βροχή στο Λονδίνο και στο Παρίσι δεν μπορεί να ξεβάψει το   από τους τοίχους. Σε όλον τον κόσμο, μια συνεχώς διογκούμενη κοινότητα μαθητών έχει έναν και μόνο σκοπό, που λίγα χρόνια πριν θα έμοιαζε εντελώς παράλογος, και δεν φαίνεται να σταματά μέχρι να τον πετύχει. Όλα τα μέσα μεταδίδουν στις ειδήσεις πως άρχισε η επιστροφή των καθηγητών στις σχολικές αίθουσες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής καινοτομούν εισάγοντας το «νέου» τύπου σχολείο στο κέντρο του οποίου βρίσκεται ο καθηγητής-άνθρωπος. Οι μηχανές, λένε, οφείλουν να αποδείξουν ότι είναι ικανές να εκπαιδεύσουν νέους ανθρώπους. Ως απόδειξη αυτής της ικανότητας τίθεται η λύση ενός αρχαίου γεωμετρικού προβλήματος: Ο τετραγωνισμός του κύκλου.

 

ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΣ

Διπλή εφηβική ιστορία

Γύρισα στο σπίτι. Έκλεισα την πόρτα με δύναμη μπαίνοντας. -Γιατί τόσα νεύρα; με ρώτησε η μαμά. -Πήρα 8 στα Αρχαία, της απάντησα. Τότε αυτή πήρε ένα παράξενο ύφος λες και ήταν το πιο περίεργο πράγμα του κόσμου. Λες και δεν πήρα 12 στα Μαθηματικά ή 3 στη Φυσική. Η μαμά πήρε μια βαθιά αναπνοή και συνέχισε: -Πώς ήταν γενικά η υπόλοιπή σου μέρα; -Χάλια! -Γιατί; -Έτσι! Όχου άφησε με ήσυχο.

Μετά το μεσημεριανό η μαμά με έστειλε στο δωμάτιό μου για να διαβάσω. Σιγά που θα διάβαζα δηλαδή. Θα περίμενα μέχρι να φύγει για το σουπερμάρκετ και για τις φίλες της και θα έπαιζα στον υπολογιστή. Η ώρα περνούσε όμως και η μαμά δεν έλεγε να φύγει. Άνοιξα ένα βιβλίο για να μου περάσει η ώρα. «Νεοελληνική Γλώσσα Β’ Γυμνασίου» έγραφε απ’ έξω. Ήταν σαν να το άνοιγα για πρώτη φορά παρ’ όλο που τώρα ήμαστε στην αρχή του δεύτερου τριμήνου. Εκεί που κοιτούσα μια-μια τις σελίδες είδα μια σημειωμένη άσκηση. Θυμάμαι που η ελληνικού μας, με είχε υποχρεώσει να τη σημειώσω για να θυμηθώ να την κάνω. Προσπάθησα να τη γράψω. Έπρεπε να βρω όλα τα χρονικά επιρρήματα ενός κειμένου. Έλα όμως που δεν ήξερα τι είναι αυτά τα επιρρήματα. Η μαμά μπήκε στο δωμάτιο. -Έχεις σε κάποια άσκηση πρόβλημα, Θανάση; Με ρώτησε. -Ναι, της είπα, δεν ξέρω τι είναι τα επιρρήματα.

Η μαμά κοίταξε λίγο την άσκηση που είχα για το σπίτι και μου είπε ξερά: -Δες το λυσσάρι. -Εσύ δεν μπορείς να με βοηθήσεις; -Όχι, μου απάντησε, έχω να πάω στα ψώνια. Ο πατέρας σου θα γυρίσει στις οχτώ. Εγώ θα πάω στην Κατερίνα και θα γυρίσω στις εννιά. Μην ξεχάσεις ότι έχεις αγγλικά στις επτά. Σε φιλώ, γλυκέ μου. Η μαμά έφυγε κατά τις πέντε. Είχα, λοιπόν, περιθώριο δύο ωρών να παίξω. Παράτησα τα τετράδια μου στο γραφείο και άνοιξα τον υπολογιστή. Μπήκα στο  Facebook.

-Ti nea paidia , ρώτησα. -Re, bike o Tom, pos paei Tom, teleioses ta diavasmata; Xa!  μου έγραψε ο Γιώργος. -Nai emathes oti i Afriki den einai stin Europi. Xa! Xa! συμπλήρωσε η Αγγελική. -Ntaxei re paidia ena lathos ekana kai ego, είπα. -Xa! Xa! Lathos to les auto. Kai sti fisiki pou eipes oti i piesi mas krataei sti gi, έγραψε ο Κώστας. -xa, xa, xa , έγραφαν όλοι -Oreoi filoi iste, τους έγραψα και το έκλεισα.

Άνοιξα το Playstation. Έπαιζα γύρω στη μιάμιση ώρα αλλά μετά είδα το ρολόι που έγραφε επτά ακριβώς. Έπρεπε να βιαστώ για τα αγγλικά. Στο δρόμο έτσι όπως έτρεχα κινδύνεψα να με πατήσουν τα αυτοκίνητα. Έφτασα στο φροντιστήριο ως συνήθως καθυστερημένος. Άγραφος όπως πάντα καθόμουν για δύο ώρες σε μια καρέκλα για να κάνω, δήθεν, μάθημα. Αναρωτιέμαι,        ώρες-ώρες, τι με στέλνουν οι γονείς μου να σκοτώνω την ώρα μου και εκείνοι να ξοδεύουν το χρήμα του. Εμένα δεν μ’ αρέσει το διάβασμα. Πάει και τελείωσε. Τι δουλειά θα κάνω όταν μεγαλώσω, δεν με νοιάζει. Εξάλλου ο μπαμπάς και η μαμά έχουν καλή δουλειά. Κάπου θα με βολέψουν.  Το βράδυ γύρισα στο σπίτι κατά τις εννιά. Έφαγα, έπαιξα δυο ώρες στο pc,  έβαλα κάποια τυχαία βιβλία στη τσάντα μου, για να μην φαίνεται άδεια, και κοιμήθηκα.   Το επόμενο πρωί ξυπνώντας στις οχτώ προσπάθησα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα να ετοιμαστώ για το σχολείο. Πήρα όμως την πρώτη ώρα απουσία γιατί ήθελα να φτιάξω τα μαλλιά μου. Ένας έφηβος πάντα νοιάζεται για την εμφάνισή του. Την πέμπτη ώρα που είχαμε Λογοτεχνία, γράψαμε προειδοποιημένο διαγώνισμα, και εγώ ούτε που το ήξερα. Ευτυχώς είχα και ένα καλό αυτή τη μέρα. Την έκτη και έβδομη ώρα οι καθηγητές είχαν έκτακτη συνεδρίαση.

Το απόγευμα που είχα στίβο η μαμά με πίεζε να πάω, εγώ όμως δεν ήθελα και το έπαιξα άρρωστος. Τι περίεργοι που είναι οι γονείς μου! Νομίζουν πως είμαι αδύναμος. Ποτέ δεν με καταλαβαίνουν και όλο με τρέχουν από δω και από κει και ύστερα με αφήνουν μόνο μου στο σπίτι. Και όποτε γράφω τίποτα σημαντικό και θέλω τη βοήθειά τους, τότε θυμούνται πως έχουν δουλειά. Ευτυχώς πάντως που μου δίνουν γερό χαρτζιλίκι και μπορώ και αγοράζω ό,τι θέλω.

Την επόμενη μέρα δεν κάναμε καθόλου Αγγλικά γιατί ήρθε ένας κύριος να μάς μιλήσει για τα ναρκωτικά. Αναρωτιέμαι ποιος τον άκουσε. Εγώ πάντως όχι. Με έβαλαν να καθίσω δίπλα σε ένα μαθητή απ’ την Τρίτη. Μου φαινόταν πως ήταν κάπως πεσμένος. Τα μάτια του ήταν κόκκινα. Σε μια στιγμή της παρουσίασης ο ομιλητής ξέχασε τα λόγια του. -Έλεος! μου είπε ο μαθητής της Τρίτης που καθόταν δίπλα μου. -Εμένα μου λες, είπα. -Βλακείες πάντως λέει, συμπλήρωσε. -Δεν σε καταλαβαίνω; -Να, μας βάζει το σχολείο όλους μέσα σε μια αίθουσα στριμωγμένους να ακούμε βλακείες. -Όντως! Έτσι είναι, πρόσθεσα. -Και απ’ την άλλη έχουμε τους ηλίθιους καθηγητές μας να μας βάζουν εργασίες με το τσουβάλι και να μας κατηγορούν πως δεν τις κάνουμε, μου είπε. -Συμφωνώ, είπα. Άσε που μετά επειδή δεν τους κάνουμε τις εργασίες τους μας βάζουν και χαμηλούς βαθμούς. -Και απ’ την άλλη έχουμε τους χαζούς συμμαθητές μας που όλοι την ώρα σε κοροϊδεύουν επειδή δεν διαβάζεις και επειδή δεν είσαι καλός σε τίποτα. -Ναι! Δίκιο έχεις, εμένα προχθές με κορόιδευαν επειδή δεν ήξερα που είναι η Αφρική. -Έχεις παρατηρήσει μήπως πως οι γονείς μας δεν μας καταλαβαίνουν; με ρώτησε. -Ναι, έχω τρελαθεί, δεν ξέρω από πού να βρω στήριξη πια. Οι γονείς μου δεν με καταλαβαίνουν, φίλους δεν έχω και οι συμμαθητές μου με κοροϊδεύουν, του παραπονέθηκα. -Μη σκας, μου είπε. -Πώς να μην παραπονιέμαι, ρε συ, αφού όλα στη ζωή μου πάνε χάλια. -Θέλεις σήμερα να βρεθούμε κάπου; με ρώτησε. -Ε! αφού είναι και Παρασκευή και δεν έχω τίποτε άλλο να κάνω (ψέμα) ας πάμε. Συμφωνείς να βρεθούμε στην πλατεία στις επτά. -Κανένα πρόβλημα! Πώς σε λένε είπαμε; -Θανάση, εσένα; -Μανόλη. -Ok. τα λέμε.

Το απόγευμα έφτασε χωρίς να το καταλάβω. Φόρεσα τα αθλητικά μου ρούχα για να νομίζουν οι γονείς μου πως θα πάω στο στίβο. Όταν πήγα να βγω από την πόρτα του σπιτιού η μαμά με σταμάτησε. Για μια στιγμή νόμιζα πως με κατάλαβε αλλά αντιθέτως το μόνο που ήθελε ήταν να με πάει με το αυτοκίνητο στο στίβο. Εγώ αρνήθηκα βέβαια γιατί κάτι τέτοιο θα με έβγαζε εκτός των σχεδίων μου. Όμως αυτή επέμεινε και έτσι με πήγε μέχρι το στίβο. Μόλις φτάσαμε την ευχαρίστησα και προσποιήθηκα πως μπαίνω στο γήπεδο. Αυτή έφυγε και εγώ κατευθύνθηκα προς τη στάση του τραμ. Έφτασα στην πλατεία στην ώρα μου. Περίμενα το Μανόλη να φανεί. Ξαφνικά τον είδα να ξεπροβάλλει από μια γωνιά. Ήταν σε άθλια κατάσταση. Αχτένιστος και βρωμερός. Μου έκανε νόημα να έρθω κοντά του. Εγώ όμως δεν ήθελα. «Μου φαίνεται πως έκανα μεγάλο λάθος που ήρθα» σκέφτηκα. Τον πλησίασα. Δεν μου μίλησε καθόλου. «Γεια σο…» προσπάθησα να του πω αλλά αυτός μου έκανε νόημα να σταματήσω. Με οδήγησε σε έναν απόμερο σκοτεινό δρόμο. -Πώς είσαι; με ρώτησε. -Πώς να ’μαι; Χάλια! Όπως σου τα ’λεγα και το πρωί. Παίρνω κακούς βαθμούς, οι φίλοι μου με κοροϊδεύουν και λέω ψέματα στους γονείς μου. -Μη σκας, μου είπε ανέμελα.

Ξαφνικά έβγαλε πολύ προσεκτικά ένα μπουκαλάκι απ’ το μπουφάν του. -Θες να νιώσεις καλύτερα; με ρώτησε σαν να ήθελε να κρύψει κάτι. -Πώς δεν θέλω. -Πάρε αυτό, θα σε κάνει δυνατό.

Άπλωσε, τότε, το χέρι του και μου έδωσε ένα χαπάκι. -Τι είναι αυτό, τον ρώτησα περίεργα. -Παρ’ το θα σε κάνει να ξεχάσεις τα προβλήματά σου. -Μα δεν θα μου κάνει κακό; -Σε μένα δεν έκανε, Θανάση. Τα ίδια προβλήματα με σένα είχα και δες με τώρα, δεν έχω κανένα πρόβλημα απ’ τη ζωή μου και τίποτα δεν με πειράζει.

Πήρε ένα χαπάκι και το κατάπιε. Ξαφνικά πετάχτηκέ πίσω. Τα άλλοτε βαριεστημένα μάτια του άνοιξαν διάπλατα. -Τι περιμένεις; με ρώτησε. Παρ’ το, είναι σαν καραμέλα. Δεν σου κάνει κακό η καραμέλα, έτσι δεν είναι;

Πήρα το χαπάκι και το κατάπια με τη μία. Τότε τα ξέχασα όλα. Τους φίλους μου που με κοροϊδεύουν για αυτό που είμαι, τους βαθμούς και τους καθηγητές μου, ακόμα και τους γονείς μου που δεν με νοιάζονται και τους λέω ψέματα. Όλα τα ξέχασα. Τίποτα δεν με στενοχωρούσε. Όλα ήταν τόσο γαλήνια. Αν και είχε νυχτώσει μου φαινόταν σαν να ήταν μέρα. Ήθελα να τρέξω, να χοροπηδήσω απ’ τη χαρά μου. Να πω σε όλους γι’ αυτά τα θαυματουργικά χαπάκια που όποιο πρόβλημα και αν έχεις σε κάνουν να το ξεχνάς. Πήγα να ζητήσω άλλο ένα χαπάκι από το Μανόλη αλλά αυτός με σταμάτησε. -Δεν κάνει να παίρνεις πάνω από ένα την ημέρα. -Γιατί; τον ρώτησα. -Δεν έχει γιατί, μου είπε ξερά. Και το νου σου, κανείς δεν πρέπει να μάθει γι’ αυτές τις καραμέλες αλλιώς χαθήκαμε.  -Για ποιο λόγο; τόλμησα να ρωτήσω. Είχα πάρει πάρα πολύ θάρρος με το χαπάκι που πήρα. Από το άλλοτε παιδάκι που δεν μιλάει δεν λαλάει ένιωθα πως έγινα άνδρας που έχει δικαίωμα να τα μαθαίνει όλα. -Ε…-σάστισε- Γιατί αν μάθουν όλοι για αυτά τα χαπάκια θα μας ζητάνε συνέχεια και θα μου τελειώσουν, είπε με ύποπτο τρόπο. -Και δεν μπορείς να πάρεις άλλα; -Είναι ακριβά. -Σε ευχαριστώ πάντως για αυτό που μου έδωσες. Με έκανε όντως καλά. Να μου το ξαναδώσεις αυτό. Αν θες μπορώ να στο ξεπληρώσω. -Δεν χρειάζεται, ήταν δώρο από μένα το πρώτο σου. Όμως αν θες και άλλα θα πρέπει να πληρώσεις κάτι. -Κανένα πρόβλημα, είπα, παίρνω καλό χαρτζιλίκι. -Χαίρομαι που το ακούω αυτό. Ελπίζω να τα ξαναπούμε Θανάση. -Τι φεύγεις από τόσο νωρίς, Μανόλη; -Ναι, και κάποια άλλα παιδιά που έχουν προβλήματα χρειάζονται καραμέλες. -Άντε, τα λέμε. Πήγαινε να τα βοηθήσεις τώρα.

Και ο Μανόλης έφυγε. Πολύ κουλ παιδί! Βοηθάει πραγματικά τον κόσμο με αυτά τα χαπάκια του. Όσο κι αν η εμφάνισή του το μειώνει εγώ θεωρώ πως είναι πραγματικά πάρα πολύ καλός που μου έδωσε τη λύση στα προβλήματά μου. Κρίμα που δεν με αφήνει να το πω σε άλλους. Αλλά καλύτερα γιατί έτσι θα δίνει περισσότερα σε εμένα.   Η ώρα είχε πάει οχτώ. Σε μισή ώρα έπρεπε να ήμουν μπροστά απ’ το γήπεδο του στίβου όπου θα με περίμενε η μαμά. Σκίρτησα ως τη στάση αλλά το τραμ αργούσε. Δεν ξέρω γιατί γινόταν αυτό αλλά καθώς περίμενα το τραμ άρχισα να κάνω νευρικές κινήσεις με τα χέρια, το κεφάλι και τα πόδια μου. Οι περαστικοί με κοιτούσαν περίεργα. Μία υπάλληλος του τραμ με ρώτησε αν ένιωθα καλά. Τότε κατάλαβα ότι αυτή η νευρικότητα μου ίσως με πρόδιδε. Της είπα πως είμαι μια χαρά και προσπάθησα να περιορίσω τις κινήσεις μου. Το τραμ ήρθε. Μέσα στο τραμ χωρίς να το καταλάβω άρχισα να σιγοτραγουδώ το τραγούδι που μου είχε βάλει να ακούσω ο Μανόλης προ ολίγου. Δεν καταλάβαινα τι έλεγε αλλά θυμάμαι πως μίλαγε για κάποιον τύπο που του αρέσουν τα χαπάκια. Ωραίο τραγούδι ήταν μιας και που μιλούσε γι’  αυτές τις θαυματουργικές καραμέλες.  Το τραμ έφτασε στη στάση που έπρεπε να κατεβώ μα εγώ ήμουν αφηρημένος απ’ το τραγούδι που τραγουδούσα και την έχασα. Κατέβηκα στην επόμενη και έτρεξα μέχρι το γήπεδο. Έτσι όπως θα ήμουνα λαχανιασμένος θα μπορούσα να πείσω ευκολότερα τη μαμά πως έκανα προπόνηση. Μόλις έφτασα στην είσοδο του γηπέδου είδα τη μαμά να με περιμένει. Η ώρα ήταν οκτώμισι. Σάστισα που την είδα. -Πού ήσουν Θανάση; Δεν σε είδα στο γήπεδο και φοβήθηκα για σένα. Πού είχες πάει; -Τελειώσαμε νωρίτερα σήμερα μαμά και επειδή πεινούσα και αργούσες να έρθεις πήγα και πήρα μια σοκολάτα απ’ το περίπτερο. -Σε κούρασε η προπόνηση μικρούλη μου; -Ναι μαμά, ήταν κουραστική. Πέταγα το ένα ψέμα μετά απ’ το άλλο. Ποτέ άλλοτε δεν έλεγα ψέματα στους γονείς μου. Αυτά τα χαπάκια ήταν όντως θαυματουργικά. Μου έδωσαν πάρα πολύ θάρρος. -Άλλη φορά, Θανάση μου, δεν θέλω να πας μόνος σου στο περίπτερο. Αν θες μπορώ να σου δίνω να τρως ό,τι θες. Έτσι αγόρι μου; -Εντάξει, μαμά.

Περήφανη για μένα η μαμά με έβαλε στο αμάξι. Και πού να ήξερε πως τελικά δεν έκανα προπόνηση και της έλεγα ψέματα. Ποτέ δεν θα της αποκάλυπτα τι έκανα εκείνη τη μέρα.  Μόλις έφτασα σπίτι ένιωθα ολοκληρωτικά εξαντλημένος. Άρχισα να τρέμω και να νιώθω αδύναμος. Ήθελα να κοιμηθώ. Πώς γίνεται, αναρωτήθηκα, να είμαι τόσο αδύναμος. Το χαπάκι με έκανε τόσο δυνατό. Περίεργο. Μάλλον θα πέρασε η επίδρασή του. Τι κρίμα να διαρκεί τόσο λίγο. Πρέπει να προμηθευτώ και με άλλα χαπάκια και να τα παίρνω συχνά ώστε να είμαι δυνατός όλη τη μέρα. Χαιρέτησα το μπαμπά και έκανα να πάω στο δωμάτιο μου. -Είσαι καλά αγόρι μου, με ρώτησε. -Ναι μπαμπά, μια χαρά, του απάντησα όσο το δυνατόν πιο φυσιολογικά μπορούσα. -Μου φαίνεσαι λιγάκι πεσμένος, γι’ αυτό σε ρώτησα. -Τίποτα δεν έχω μπαμπά. Η προπόνηση απλώς ήταν σκληρή. -Θες να φας να νιώσεις καλύτερα, με ρώτησε η μαμά. -Μπα θέλω να πάω να ξαπλώσω. -Όπως νομίζεις γλυκέ μου, μου είπε η μαμά. -Καληνύχτα μπαμπά! Καληνύχτα μαμά, τους απάντησα εγώ. -Καληνύχτα, μου είπαν και οι δυο μαζί.

Πήγα στο δωμάτιο μου και έπεσα με τα μούτρα στο κρεβάτι. Ούτε ξεντύθηκα, ούτε έβγαλα παπούτσια, ούτε έπλυνα τα δόντια μου. Ούτε καν το φως μου έκλεισα. Με τη μια άπλωσα από πάνω μου τις κουβέρτες και κοιμήθηκα βαθιά.    Το άλλο πρωί, που ευτυχώς για μένα, ήταν Σάββατο, ξύπνησα στις έντεκα. Είχα κοιμηθεί για πάνω από δώδεκα ώρες. Η μαμά και ο μπαμπάς με άφησαν να κοιμηθώ γιατί είπαν πως χρειαζόμουν ξεκούραση και ίσως ήμουν άρρωστος. Ένιωθα ζαλισμένος. Μακάρι να ’ταν τώρα μπροστά μου ο Μανόλης να μου δώσει καμιά καραμέλα να συνέλθω. Τη Δευτέρα θα τον βρω και θα του ζητήσω να αγοράσω μερικά χαπάκια.  Τις σκέψεις μου και τη γαλήνη μου τις διέκοψε η μαμά που μπήκε στο δωμάτιο μου να δει αν είμαι ξύπνιος. -Καλημέρα, Θανάση, νιώθεις καλύτερα σήμερα. -Ναι μαμά, είμαι μια χαρά. -Έλα να φας πρωινό.

Το Σαββατοκύριακο πέρασε πολύ γρήγορα. Δεν έχω εξάλλου και τίποτα σημαντικό να κάνω. Μόνο αγγλικά πήγα. Φίλους δεν έχω να βγούμε οπότε το μόνο που έκανα είναι να παίζω Playstation.  Τη Δευτέρα πήγα στο σχολείο ως συνήθως καθυστερημένος. Είχα ένα σωρό σκοτούρες στο μυαλό. Την πρώτη ώρα, που είχαμε Αρχαία,  αυτές σκεφτόμουν. «Άραγε να μην με αγαπά κανείς στον κόσμο;» έλεγα από μέσα μου. «Φίλους δεν έχω και οι γονείς μου με φροντίζουν μόνο τυπικά. Δεν καταλαβαίνουν ότι είμαι έφηβος και θέλω σε κάποιον να πω τις ανησυχίες μου. Μόλις πάω να τους μιλήσω για ένα θέμα που με απασχολεί θυμούνται πως έχουν δουλειές» μονολογούσα σιωπηλά. Και η αλήθεια βέβαια αυτή είναι. Αποφεύγουν να μου μιλήσουν γιατί φοβούνται. Πάνω που τα σκεφτόμουν όλα αυτά χτύπησε το κουδούνι. Χωρίς να νοιαστώ αν το μάθημα τελείωσε βγήκα έξω απ’ την αίθουσα και άρχισα να αναζητώ το Μανόλη. Δυστυχώς από ό,τι έμαθα ρωτώντας, ο Μανόλης έλειπε και μαζί του έλειπε και η λύση στα προβλήματά μου. Είχα φέρει αρκετά λεφτά μαζί μου για να αγοράσω χαπάκια. Νόμιζα πως δεν θα είχα χαπάκια για σήμερα,  όμως ευτυχώς ο Μανόλης δεν με άφησε μόνο μου με τόσα προβλήματα από πίσω μου. Στην έξοδο του σχολείου τον είδα να μου κάνει νόημα να τον πλησιάσω. Με οδήγησε δυο-τρία στενά πιο κάτω από το σχολείο και έκανε να βγάλει κάτι από την τσάντα του. -Οι συμμαθητές σου σε κοροϊδεύουν; με ρώτησε. -Ναι ρε, όλο μου λένε πως είμαι άσχημος, κοντός και ηλίθιος. -Ας τους να λένε. Σου έχω λύση αν θες να δείχνεις πραγματικά κουλ. Ορίστε πάρε αυτό. -Μα αυτό είναι τσιγάρο. Οι γονείς μου, μου έχουν πει πως το κάπνισμα κάνει κακό στην υγεία. -Ας τους να λένε. Εξάλλου δεν δίνουν και σημασία. Σου λένε ψέματα. Το τσιγάρο σε κάνει όμορφο και αρέσει στα κορίτσια. -Καλά αφού το λες εσύ κάτι θα ξέρεις. -Ορίστε. Άναψέ το. Το πήρα, το άναψα και ρούφηξα με δισταγμό. Πήγα να λιποθυμήσω απ’ τον καπνό άλλα συνήλθα. Το κάπνισα ολόκληρο. Ήταν πραγματικά τέλειο, δεν βρίσκω κάτι το αρνητικό σε αυτό. Τι μπορεί να σου κάνει λίγος καπνός; Τίποτα, απολύτως τίποτα. -Πραγματικά πολύ ωραίο το κάπνισμα, ρε Μανόλη. Χαπάκι για μένα όμως έχει; -Ναι, όμως ξέρεις είναι ακριβά. -Εντάξει πόσο κάνουν; Έχω όσα θέλεις; -Επτά ευρώ το χαπάκι. -Εντάξει θα πάρω τρία για την ώρα, είπα και έδωσα τα λεφτά. Αύριο θα πάρω και άλλα. Τσιγάρα θα μου δίνεις εσύ πάλι γιατί στο περίπτερο αποκλείεται να με αφήσουν να πάρω. -Εννοείται. Αντίο τώρα. -Αντίο Μανόλη, ευχα

«Πολύ καλό παιδί ο Θανάσης. Νοιάζεται πραγματικά για μένα. Πράγματι το τσιγάρο σε κάνει μάγκα. Μου αρέσει πάρα πολύ. Ήδη βλέπω τα αποτελέσματά του. Απ’ τη μέρα που αγόρασα τα πρώτα μου τσιγάρα έχω κάνει μερικούς φίλους. Και αυτοί είναι μάγκες και καπνίζουν. Συναντιόμαστε στα διαλείμματα στις τουαλέτες και καπνίζουμε για να ξεχάσουμε τις πίκρες μας. Παίρνω και τα χαπάκια που μου έδωσε κάθε πρωί και έτσι στην αρχή της μέρας είμαι ορεξάτος και μετά το απόγευμα νιώθω ζαλισμένος και έτσι γλιτώνω τα αγγλικά και τα διαβάσματα. Η μαμά ανησυχεί πολύ για μένα. Όλο με ρωτάει αν είμαι καλά. Μια χαρά βέβαια είμαι, αφού έχω τα χαπάκια. Δεν είναι πάντως πολύ περίεργο που όταν παίρνω ένα  χαπάκι νιώθω σαν να πετώ στα σύννεφα και μετά από λίγες ώρες όταν περάσει η επίδρασή του νιώθω σαν να είμαι χωμένος στη γη. Ε! και τι με νοιάζει όσο έχω λεφτά και χαπάκια δεν θα έχω κανένα πρόβλημα. Όλες μου τις ανησυχίες τις ξεχνώ με αυτά». Όλες αυτές τις σκέψεις της έκανα στην ώρα του διαγωνίσματος Μαθηματικών. Δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ για να γράψω και έδωσα την πρώτη μου λευκή κόλλα.  Βγήκα έξω για διάλειμμα ή καλύτερα για βόλτα γιατί στο μάθημα δεν κουράζομαι καθόλου. Βασικά δεν κάνω τίποτα εκτός από το να μιλάω και να πετάγομαι για πλάκα. Άλλη ιστορία όμως είναι αυτή. Έψαξα, λοιπόν, το Μανόλη. Το βρήκα στις τουαλέτες πολύ ζαλισμένο. -Πώς πάει Μανόλη; τον ρώτησα. -Χάλια! είπε ξερά. -Γιατί; -Οι βαθμοί μου στο δεύτερο τρίμηνο ήταν τόσο χαμηλοί που οι γονείς μου, μου έκοψαν το χαρτζιλίκι και δεν μπορώ έτσι να παίρνω χαπάκια. -Και μένα ήταν χαμηλοί, είπα. Οι γονείς μου όμως δεν μου το έκοψαν. Έχεις τίποτα για μένα, πάντως σήμερα. -Κάτι έχω. -Δεν μου λες πάντως… Ξέρεις αν υπάρχουν πιο δυνατές καραμέλες γιατί αυτές που μου δίνεις κρατάνε για λίγο. Ο Μανόλης τότε πήρε ένα ύποπτο ύφος και μου είπε εμπιστευτικά. -Μάλλον ο οργανισμός σου δεν δέχεται καλά τα χαπάκια. Έχω κάποιους γνωστούς γιατρούς και φίλους που σου κάνουν μία ένεση και νιώθεις πολύ καλύτερα από ότι όταν παίρνεις χαπάκια. Όμως μπορεί να χρειαστεί να κάνεις πολλές ενέσεις. Είσαι μέσα. -Ε! αφού αυτές οι ενέσεις σου κάνουν καλό, είμαι, ψέλλισα διστακτικά. -Ωραία θα κάνεις την πρώτη ένεση αυτό το Σάββατο. Θα μας συναντήσεις στη Μαρίνα Φλοίσβου. Από κει θα μας πάρουν οι φίλοι μου με το αυτοκίνητό τους και θα μας πάνε στο μέρος που θα σου κάνουν την ένεση. Στις οχτώ η ώρα είναι καλά; -Ναι… -Ωραία να είσαι εκεί. Α! ξέχασα να στο πω. Να έχεις μαζί σου αρκετά χρήματα. Και όπως είπαμε ,κανείς δεν πρέπει να το μάθει. Τα λέμε. -Έγινε, απάντησα.  Το Σάββατο έφτασε γρήγορα. Ερχόταν η ώρα που θα έφευγα. Ετοιμάστηκα. Γέμισα με χρήματα το πορτοφόλι μου και περπάτησα ως την πόρτα. Ήμουν έτοιμος να βγω αλλά ο μπαμπάς με σταμάτησε. -Πού πας Θανάση; -Στο Φλοίσβο. -Δε θα πας πουθενά νεαρέ μου, πρέπει  να μιλήσουμε, είπε με βαριά φωνή. -Μα οι φίλοι μου με περιμένουν. Μου ζήτησαν να βγούμε, δικαιολογήθηκα με ψέματα εγώ. -Ας περιμένουν, πετάχτηκε η μαμά.

Τα σχέδια μου μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα καταστράφηκαν. Μα για ποιο λόγο άραγε με ήθέλαν να συζητήσουμε οι γονείς; Αυτοί που ποτέ δεν ανοίγουν κουβέντα μαζί μου αποφάσισαν να μου μιλήσουν τώρα. Ελπίζω να μην έχουν καταλάβει τίποτα για τις καραμέλες γιατί θα πουν πως με κάνουν να μη διαβάζω επειδή με ζαλίζουν. Τι άραγε να θέλουν;…

________________________________________________________________________________

Αγαπητό μου ημερολόγιο

Είναι πολύ περίεργη τελικά η εφηβεία. Πάνω μου σημειώνω πολλές αλλαγές. Βέβαια εγώ που είμαι κορίτσι πέρασα την περίοδο της ακμής μου ήδη απ’ το δημοτικό όμως δεν παύω να αλλάζω. Οι πιο περίεργες αλλαγές όμως γίνονται στα αγόρια.  Τα αγόρια σε όλο το δημοτικό καυχιόντουσαν πως είναι καλύτερα σε όλα τα επίπεδα απ’ τα κορίτσια. Στο γυμνάσιο όμως τα πράγματα άλλαξαν. Τα αγόρια τώρα μου φαίνεται πως δείχνουν ένα ενδιαφέρον για μας. Το εκδηλώνουν όμως με ένα πολύ περίεργο τρόπο. Αντί να μας φέρονται καλά αρχίζουν και μας πειράζουν. Στα κορίτσια βέβαια αρέσει αυτό γιατί νιώθουν πως έχουν κάποιον να ασχολείται μαζί τους. Απ’ την άλλη πιστεύω πως τα αγόρια ήταν πιο έξυπνα στο δημοτικό. Τώρα όμως έχουν πέσει. Όλο κάνουν τρέλες για να προσελκύσουν το ενδιαφέρον ή παθιάζονται με κάτι και αποσυγκεντρώνονται. Πολλοί συμμαθητές μου στα διαλείμματα μιλάνε όλο για το LOL και άλλα παιχνίδια. Υπάρχει όμως και μια ομάδα μαθητών που αλλάζει πλήρως την εικόνα του. Κάποια αγόρια αλλάζουν ξαφνικά τη συμπεριφορά και την ενδυμασία του συνήθως όμως προς το χειρότερο. Ένας τέτοιος συμμαθητής μου είναι ο Θανάσης.  Τον Θανάση τον είχα συμμαθητή απ’ το δημοτικό. Ήταν ένα πολύ ζωηρό και έξυπνο παιδάκι. Η αλήθεια είναι πως μου άρεσε κάπως και όλο ήθελα να με προσέχει. Όταν όμως έγινε έφηβος άλλαξε τελείως. Επειδή είναι μοναχοπαίδι οι γονείς του τον έχουν καλομαθημένο. Έτσι όταν τους ζήτησε να του πάρουν ένα Playstation αυτοί δεν του αρνήθηκαν. Ο Θανάσης έπαιζε με τις ώρες στο Playstation και ξέχναγε τα μαθήματα. Οι βαθμοί του έπεσαν και επειδή έλεγε πολλές κοτσάνες οι φίλοι του έπαψαν να τον κάνουν παρέα. Νιώθω πάντως πως ψάχνει να βρει στήριξη από κάποιον.  Τελευταία τον βλέπω να κάνει πολύ παρέα με αυτόν τον Μανόλη απ’ την Τρίτη. Έχω ακούσει άσχημα λόγια για αυτόν τον Μανόλη. Και εγώ δεν τον εμπιστεύομαι καθόλου. Μερικοί λένε πως έχει μπλέξει με τα ναρκωτικά. Ίσως να είναι και μικροέμπορος. Ελπίζω να μην επηρεάσει καθόλου το Θανάση γιατί όσο και να ‘ναι περίεργος μου αρέσει κάπως.  Πάντως ο Θανάσης τελευταία μυρίζει πολύ περίεργα. Μου φαίνεται πως καπνίζει. Άραγε να μην έχουν μάθει τίποτα οι δικοί του; Απ’ την άλλη μου φαίνεται μερικές ώρες πως είναι και αρκετά υπερκινητικός και άλλες πως είναι έτοιμος να κοιμηθεί. Δεν ξέρω τι γίνεται με αυτόν αλλά σίγουρα δεν είναι καλό. Ελπίζω μόνο τα πράγματα να γίνουν καλύτερα για αυτόν. Η φίλη σου Αγγελική ————————————————————————————————————————

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Σήμερα, επιτέλους, κατάλαβα όλη την αλήθεια για τον Θανάση. Δυστυχώς αυτό που φοβόμουν επαληθεύτηκε. Αφού έκανε τόση παρέα με το Μανόλη αυτό έμελλε να συμβεί. Το άκουσα πάντως με τα ίδια μου τα αυτιά. Τον καημένο μου τον Θανάση. Μα να μπλεχτεί ένα τόσο καλό παιδί με τα ναρκωτικά δεν το περίμενα.  Ήμουν, που λες αγαπημένο μου ημερολόγιο, έξω στο προαύλιο. Είχαμε διάλειμμα. Οι φίλες μου δεν είχαν βγει ακόμα γιατί έγραφαν στο διαγώνισμα Μαθηματικών, απορώ πως μπορούσαν  να γράφουν τόση ώρα. Ήθελα λοιπόν να πάω στο κυλικείο και στο δρόμο πέρασα έξω από τις τουαλέτες των αγοριών. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο Θανάσης βγήκε με τον Μανόλη απ’ την τουαλέτα. Τους άκουσα να συνομιλούν. Ο Μανόλης έλεγε στον Θανάση να συναντηθούν για να του κάνουν μια ένεση που κάνει πολύ καλύτερη δουλεία από τα χαπάκια. Κατάλαβα αμέσως γιατί συνομιλούσαν και σκέφτηκα τον κίνδυνο που διέτρεχε ο Θανάσης αν πήγαινε μαζί τους. Θα τον αποτελείωνε κάτι τέτοιο. Τα χαπάκια που παίρνει του κάνουν κακό αλλά όχι όσο οι «πρέζες» να το πω έτσι. Αυτό κάνουν οι έμποροι ναρκωτικών. Σου πλασάρουν ένα χαπάκι για θαυματουργό και μετά σου δίνουν όλο και πιο δυνατά  μέχρις ότου εθίζεσαι και δύσκολά αποτρέπεις την καθοδική πορεία προς το θάνατο. Πρέπει όμως εγώ να την αποτρέψω. Τον Θανάση τον αγαπώ από μικρή. Πάντα μου άρεσε. Δεν μπορώ να τον χάσω. Κάτι πρέπει να κάνω. Εσύ τι λες  να κάνω ημερολόγιο μου;  Η φίλη σου Αγγελική ________________________________________________________________________________

Τόσο καιρό έκανα κακό στον εαυτό  μου και ούτε που το είχα καταλάβει. Νόμιζα πως τα χαπάκια μου έκαναν καλό. Μα πως μπόρεσα και το έκανα αυτό στον εαυτό μου. Ευτυχώς που εκείνο το Σάββατο οι γονείς μου με σταμάτησαν από τον όλεθρό μου. Σαν χθες τη θυμάμαι εκείνη τη μέρα παρόλο που θέλω να ξεχάσω αυτές τις φριχτές αναμνήσεις από το μυαλό μου. «Μα μαμά πρέπει να πάω στο Φλοίσβο με περιμένουν τα παιδιά.» «Δεν θα πας πουθενά Θανάση, έχουμε σαν γονείς να σου πούμε κάτι πολύ σημαντικό για την υγεία σου». Τότε οι γονείς με πήραν και με πήγαν σε ένα ψυχολόγο. Σηκωτό σχεδόν με έβαλαν στο γραφείο του. Ύστερα με άφησαν μόνο με ένα νεαρό ψυχολόγο. «Είσαι ευχαριστημένος απ’ τη ζωή σου;» με ρώτησε. «Όχι βέβαια. Ξέρεις πόσα προβλήματα έχω;» του απάντησα αυθόρμητα. Ύστερα του είπα όλα τα προβλήματά μου. «Και καλά με τόσες σκοτούρες τι κάνεις. Δεν κάνεις ας πούμε καμιά προσπάθεια να αποκτήσεις φίλους ή δεν προσπαθείς να διαβάσεις λιγάκι;». Με αυτήν του τη φράση με στρίμωξε για τα καλά. «Όχι» ψέλλισα. «Τη  λύση στα προβλήματα μου, την έχει βρει ένας φίλος». «Σίγουρα τον εμπιστεύεσαι να σου λύνει τα προβλήματα; Εννοώ δεν μπορεί να το κάνει αυτό χωρίς να έχει κάποιο όφελος» «Ε! να, όλο και κάτι του δίνω για να με βοηθήσει» ομολόγησα. «Δε μου λες κάτι άλλο Θανάση, σου έχουν μιλήσει ποτέ για τα ναρκωτικά; «Ναι, μας μίλησαν γι’ αυτά στο σχολείο. Ξέρω είναι πολύ βλαβερά για τον οργανισμό κλπ.» «Έτσι είναι, όμως ήξερες πως όλα αυτά στα παρουσιάζουν για καλά αλλά στην ουσία σου κάνουν κακό; Είναι όπως το κάπνισμά. Νομίζεις πως σε κάνει όμορφο αλλά σε σκοτώνει.»

Τότε ήταν που τα ’χασα. Τόσο καιρό ήμουν τόσο αφελής. Κατάλαβα πως δεν με ωφελεί αυτό που κάνω. Τα είπα όλα στον ψυχολόγο. Για τα χαπάκια, το κάπνισμα και αυτό που σκόπευα να κάνω σήμερα. Τον αισθάνθηκα σαν το μεγάλο αδερφό που δεν είχα ποτέ. Και ενώ που νόμιζα πως θα εκνευριστεί, αυτός δεν έκανε τίποτα. Έδωσε μόνο ένα χαρτάκι στους γονείς μου. Δεν μπόρεσα ποτέ να μάθω τι έγραφε αυτό το σημείωμα. Το καλό πάντως ήταν πως αφότου οι γονείς μου με πήγαν στο ψυχολόγο άρχισαν να μου φέρονται  πολύ καλά. Έπαιζαν μαζί μου, διαβάζαμε μαζί τα μαθήματά μου και ασχολούνταν ολοκληρωτικά με εμένα. Ο πατέρας μου σταμάτησε για λίγο τη δουλειά του. Κάθε Σάββατο με πήγαινε σε ένα κέντρο απεξάρτησης και τις Κυριακές πηγαίναμε βόλτα. Ήταν πραγματικά υπέροχα.  Η ζωή μου κυλούσε τέλεια. Οι φίλοι μου άρχισαν να με κάνουν ξανά παρέα. Ακόμα και ο Μανόλης άλλαξε τη συμπεριφορά του. Όλα τελείως μαγικά άλλαξαν. Νιώθω πολύ καλύτερα και από τότε που έπαιρνα χαπάκια. Πηγαίνω τακτικά στο στίβο και οι βαθμοί μου στα διαγωνίσματα ανέβηκαν κατά πολύ.    Τώρα πάντως που τα ξανασκέφτομαι τα πράγματα, απορώ πως οι γονείς μου κατάλαβαν πως έπαιρνα ναρκωτικά. Αυτοί δεν ασχολούνταν καθόλου μαζί μου. Πώς είναι δυνατόν να το έμαθαν αυτό; Σίγουρα κάποιος, προς τιμήν του, με έσωσε. Ποιος όμως να ήταν αυτός;

________________________________________________________________________________

 

Αγαπητό μου ημερολόγιο

Τα κατάφερα. Έσωσα τον Θανάση από τη φοβερή μάστιγα των ναρκωτικών. Άλλαξε πραγματικά τον τελευταίο καιρό. Επανήλθε στον Θανάση που πάντα αγαπούσα. Ευτυχώς που είπα όλα όσα ήξερα στους γονείς του. Δεν ξέρω αν έμαθε πως εγώ το είπα στους γονείς του. Εγώ πάντως νιώθω πολύ καλύτερα που τον βοήθησα. Σίγουρα αν μάθαινε πως εγώ το έκανα θα με ευγνωμονούσε. Μακάρι πάντως να το ήξερε.

Όλες μου οι φίλες έχουν κάποιο αγόρι και συνέχεια στο Facebook φωτογραφίζονται με αυτό. Εγώ όμως τον Θανάση έχω ερωτευτεί  και δεν νιώθω καλά να έχω άλλο αγόρι. Έχω προσπαθήσει πολλές φορές να του κινήσω το ενδιαφέρον για μένα αλλά αυτός παραμένει αδιάφορος. Δεν ξέρω τι παθαίνουν τα αγόρια σε αυτήν την ηλικία και όλο το παίζουν αδιάφοροι για τα κορίτσια ενώ ταυτόχρονα έχουν βλέψεις για μεγαλύτερες ή και μικρότερες κοπέλες. Ο Θανάσης, λοιπόν, όταν πριν από καιρό κάπνιζε έκανε παρέα με μια Ειρήνη απ ‘την πρώτη τάξη που και για αυτήν είχα ακούσει πως κάτι παίρνει. Όμως τώρα που άλλαξε και κατάλαβε το λάθος του ελπίζω να μην αδιαφορεί πια για μένα. Τι μπορώ όμως να κάνω και για αυτό;  Σε φιλώ προς το παρόν ημερολόγιο μου. Τα ξανάλεμε σύντομα.

Με αγάπη η φίλη σου Αγγελική

________________________________________________________________________________

Δεν ξέρω τι έχει πάθει τον τελευταίο καιρό η Αγγελική αλλά όλο μου φαίνεται πως με εμένα ασχολείται. Θυμάμαι πως και απ’ το δημοτικό με νοιαζόταν. Μια φορά θυμάμαι πως έκανε πάρτι. Κάλεσε όλα τα κορίτσια της τάξης και απ’ τα αγόρια κάλεσε μόνο εμένα. Βαρέθηκα εκείνο το βράδυ. Όλο με κοριτσίστικα πράγματα ασχολούμασταν. Στο γυμνάσιο πάντως η Αγγελική έχει αλλάξει. Μου φαίνεται πως είναι τσιμπημένη μαζί μου. Μερικές φορές στο μάθημα την παρατηρώ που με κοιτάει περίεργα. Στο διάλειμμα κάποιες φορές μου μιλάει με έναν περίεργο τρόπο. Στο στίβο, τελευταία που άρχισα να ξαναπηγαίνω, τη βλέπω να με κοιτάζει και να αφαιρείται απ’ την προπόνηση. Σίγουρα θα της αρέσω. Το περίεργο είναι πως της αρέσω όπως και αν είμαι. Και όταν κάπνιζα της άρεσα και τώρα. Για να λέμε την αλήθεια πάντως δεν της έχω φερθεί αντάξια. Προσπαθώ να το παίζω σκληρός και αδιαφορώ για αυτήν. Στην πραγματικότητα και μένα μου αρέσει κάπως αλλά για κάποιο λόγο εκδηλώνω την αγάπη μου προς την Αγγελική με αδιαφορία. Περίεργη περίοδος η εφηβεία. Ενώ νιώθεις άλλα πράγματα για κάποιον τα εκδηλώνεις με εντελώς αντίθετο τρόπο.

Ο Μάιος μπήκε για τα καλά. Σε δύο εβδομάδες οι εξετάσεις μας θα αρχίσουν. Το δεκαπενταμελές μας συμβούλιο αποφάσισε να κάνει την τελευταία χοροεσπερίδα της χρονιάς. Εγώ φέτος θέλω να πάω. Πέρσι δεν πήγα γιατί φοβόμουν πως καμιά δεν θα ήθελε να χορέψει μαζί μου. Φέτος όμως ξέρω ποια θα θέλει.

Την Παρασκευή, μία μέρα πριν τη χοροεσπερίδα ρώτησα την Αγγελική αν θα πάει  και μου απάντησε θετικά. Το ίδιο της είπα και εγώ. Τώρα τα σχέδιά μου για το Σάββατο πηγαίνουν ρολόι.  Το Σάββατο έφτασε. Ετοιμάστηκα για τη χοροεσπερίδα. Η μητέρα μου με συνόδευσε μέχρι την είσοδο της αίθουσας, ακόμα είναι καχύποπτη για μένα. Πριν με αφήσει ζήτησε από μία κυρία του συλλόγου να προσέξει αν πάω να πάρω κάποια δόση. Ακόμη η μητέρα μου δεν έχει χωνέψει ότι ξεπέρασα το πρόβλημα με τα ναρκωτικά. Τώρα το μόνο που μου μένει να λύσω είναι ο έρωτάς μου. Χρειάζομαι θάρρος για αυτό. Θάρρος που δεν προέρχεται από κανένα χαπάκι. Θάρρος απ’ την καρδιά μου. Μόλις έφυγε η μητέρα μπήκα μέσα στην αίθουσα να αναζητήσω την Αγγελική. Πουθενά δεν ήταν. Βγήκα έξω και την περίμενα να έρθει.

________________________________________________________________________________

Αγαπημένο μου ημερολόγιο

Σήμερα ήταν η καλύτερη μέρα της ζωής μου! Στο σχολείο είχαμε την τελευταία χοροεσπερίδα της χρονιάς και πέρασα υπέροχα. Στην αρχή σκόπευα να μην πάω αλλά όταν ο Θανάσης με ρώτησε,  τα ξέχασα όλα και του είπα «Ναι!».  Πήγα κατά τις εννιά. Ο Θανάσης καθόταν απ’ έξω. Μόλις με είδε μου φαίνεται πως ντράπηκε και μπήκε μέσα. Μπήκα και εγώ. Κάθισα στο βάθος της αίθουσας και έψαχνα να βρω καμιά φίλη μου. Και οι τέσσερις φίλες μου χόρευαν με τα αγόρια τους. Ζήλεψα που τις είδα να περνούν τόσο καλά. Πήγα να βγω έξω. Ο Θανάσης με σταμάτησε. -Χορεύουμε; μου είπε. -Εντάξει. Καθώς χορεύαμε μου ήρθε να του πω πως εγώ είπα στους γονείς του πως παίρνει ναρκωτικά. -Θανάση! -Τι είναι Αγγελική;

Περάσαμε έξω απ’ την αίθουσα για να ακούσουμε ο ένας στον άλλον. Ο Θανάσης με οδήγησε σε μια απόμερη γωνιά του σχολείου. Μία κυρία του συλλόγου μας ακολούθησε. Της είπα πως είμαι εγώ μαζί με τον Θανάση. Αυτή με εμπιστεύτηκε γιατί ήξερε πως ήμουν καλό κορίτσι και μας άφησε μόνους. Στεκόμασταν για λίγα δευτερόλεπτα ο ένας μπροστά στον άλλον χωρίς να μιλάμε. -Νομίζω ότι ξεπέρασες το πρόβλημά σου με τα ναρκωτικά, έσπασα τον πάγο ανάμεσά μας. -Βέβαια Αγγελική, μα πού το θυμήθηκες όμως αυτό. -Να… απλώς θέλω να ξέρεις πως δεν το κατάλαβαν από μόνοι τους, οι γονείς σου, πως έπαιρνες ναρκωτικά. -Το ξέρω. Όμως δεν ξέρω ποιος με έσωσε. Πραγματικά θα τον ευχαριστούσα πάρα πολύ αν τον έβλεπα μπροστά μου. -Εγώ, Θανάση . Ο Θανάσης με πήρε στην αγκαλιά του και με φίλησε στο στόμα. -Σε ευχαριστώ «άγγελέ μου», μου είπε.

Μείναμε εκεί, κάτω απ’ τα αστέρια, για πολλή ώρα. Φιληθήκαμε σαν δυο ερωτευμένοι έφηβοι. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτήν τη βραδιά. Ήταν η καλύτερη στιγμή της εφηβείας μου. Η ημέρα που έγινα μια πραγματική γυναίκα.

Σε φιλώ ημερολόγιο μου, ίσως τώρα που έγινα γυναίκα να μην τα ξαναπούμε. Αντίο! Έπαψα να είμαι κοριτσάκι. Είσαι πια ανιαρό για μένα. Πάντα θα σε θυμάμαι, γιατί θα θυμάμαι πως σε εσένα έχω καταγράψει την καλύτερη στιγμή της εφηβείας μου.

Η φίλη σου Αγγελική

Δανάη

“Η 100η ΕΡΩΤΗΣΗ»

Το κουδούνι του σχολείου χτυπάει. Είναι ξανά Σεπτέμβριος, κάπου στην νότια Αθήνα. Το καλοκαίρι πλανιέται ακόμα στον αέρα σιγοσφυρίζοντας. Η Αλίκη ξανά σ’ έναν αγιασμό τον οποίο ακολουθεί το Λύκειο. Δεκαπεντάχρονη, ομορφούλα, έξυπνη, κοινωνικά δικτυωμένη και άριστη, αλλά αυτό όχι πολύ. Τι κάνει εδώ; -Από ποιο σχολείο έρχεσαι; -………………………………………… -Α! Και πού μένεις; -…………………………………….. -Α! Και γιατί άλλαξες σχολείο; -Γιατί δεν απάντησα σωστά στην 100η ερώτηση. Αλλιώς φανταζόταν τον περασμένο χειμώνα αυτή τη μέρα. Έτσι κι αλλιώς όλα τα φαντάζεται διαφορετικά από ό,τι είναι εδώ και  1-2 χρόνια, λες και μέσα στο μυαλό της μπήκε η καταιγίδα, μια υπέροχη καταιγίδα με αστραπές και χρώματα. Στο προαύλιο πρόσωπα άγνωστα ή λίγο γνωστά, φατσικά από την πλατεία, ίσως φίλοι στο facebook, αλλά μέχρι εκεί, χωρίς οικειότητα. Η καρδιά της χτυπάει δυνατά. Πήγε εκεί ως αποτυχημένη. Την έστειλαν, επειδή «δεν πέρασε». Κοιτάζει γύρω της. Είναι όλοι μαζί από παλιά,  ο ένας έχει τον άλλον και κανείς δεν ζει με τον φόβο μήπως χάσει κάποιον από όλους αυτούς. Εκείνη γιατί το έζησε; Γιατί; Τρεις τρεις σε ομάδες, σε παρέες, σε συντροφιές, σε ζευγαράκια, νέα από το καλοκαίρι, αναμνήσεις γυμνασίου, στιγμές, όνειρα, ελπίδες μιας μεγάλης ομάδας που δεν την περιλαμβάνει πια. Δεν ανήκει πουθενά.

Το κουδούνι χτυπάει. Ξανά Σεπτέμβρης. Ένας Σεπτέμβρης που ενώνει τα κομμάτια που σκόρπισαν το καλοκαίρι. Τον αποχωρισμό του Ιούνη τον ξανακάνει ελπίδα. Πρώτη Λυκείου. Αυτό που φοβόταν και ήλπιζε, ήρθε! Ο Παύλος είναι δεκαπέντε χρονών, ψηλός, κάτι μεταξύ άχαρου και γοητευτικού, ούτε ο ίδιος δεν ξέρει ακόμα, ας όψονται τα σπυράκια, η κουρτίνα της πραγματικότητας για μερικά χρόνια ακόμα. Στέκεται στο γνώριμο προαύλιο και ψάχνει ολόγυρα  με τα μάτια του, αλλά δεν την βρίσκει. Η Αλίκη! Πού είναι; Ξέρει πού είναι, όπως ξέρει πως τώρα πια η παρουσία της δεν θα γεμίζει τη ζωή, τη δύσκολη και ξεχωριστή καθημερινότητά του. Τα αναπτυσσόμενα οστά του θα περιφέρονται άσκοπα, έτοιμα να σωριαστούν σαν μαριονέτα. Άφαντη η Αλίκη, εκείνος όμως κατάφερε να απαντήσει και τις 100 ερωτήσεις και σήμερα είναι εδώ, στο σχολείο του. Δεν το προσπάθησε. Προέκυψε. Απλά και αβίαστα. Πάντα προέκυπτε να απαντάει σωστά, αλλά ποτέ πριν για τόσο λάθος λόγο. Μέσα στην αίθουσα που έδιναν εκείνες τις φοβερές εξετάσεις εισαγωγής στο Λύκειο, την έβλεπε τέσσερα θρανία μπροστά του. Σκυμμένη έγραφε, έσβηνε, τίναζε τα μαλλιά της και προχωρούσε. Χαιρόταν ο Παύλος. Την παρακολουθούσε να κατεβαίνει με αυτοπεποίθηση το χαρτί, να «τρώει» τις ερωτήσεις και χαιρόταν. Όλα θα γίνονταν όπως έπρεπε. Μέχρι που κάποιο δευτερόλεπτο, σαν εκείνα που στέκονται κάποτε από πάνω σου και αποφασίζουν ότι θα αλλάξουν για πάντα τη ζωή σου, σταμάτησε το χέρι της, το κράτησε μετέωρο κι εκείνη κοίταξε στο κενό και δεν προχώρησε. Ο χρόνος τελείωσε και η 100η ερώτηση έμεινε αναπάντητη. Η Αλίκη τον εγκατέλειψε μόνο του σήμερα, εδώ, στη μέση της αυλής του σχολείου τους. Ένα σχολείο που τώρα πια ήταν μόνο δικό του, όχι δικό τους.

Η Νεφέλη, πάλι απέναντι από το Σεπτέμβρη του σχολείου. Τον μήνα των επιστροφών και των μελλοντικών σχεδίων. Το καλοκαίρι σκέφτηκε πολλά, όπως εξάλλου συνέχεια τα τρία τελευταία χρόνια. Λες και κάτι γύρισε έναν διακόπτη όταν τελείωσε την έκτη δημοτικού και η ζωή απέκτησε άλλες διαστάσεις, περιεχόμενο και προτεραιότητες. Η μαμά και ο μπαμπάς πάντα ήθελαν να τη βάλουν σε ένα «καλό σχολείο», αφού το παιδί «τραβάει». Θα πάει μπροστά, ψηλά και σπουδαία, αλλά ατυχία και στην κλήρωση του πειραματικού, ατυχία με τα οικονομικά του ιδιωτικού, να τώρα η μεγάλη ευκαιρία να διαπρέψει, να λάμψει και επιτέλους να αποδείξουν όλοι μαζί τι αξίζουν! Αλλά η μαμά και ο μπαμπάς αγνοούσαν ότι η Νεφέλη πήγε τρομαγμένη σ’ αυτόν τον διαγωνισμό των άριστων. Οι άριστοι της πόλης και των όμορων δήμων δεν ήταν η κατάλληλη παρέα για εκείνη, γιατί την έκαναν να φοβάται, να φοβάται πως δεν είναι ικανή. Να τρέμει εκείνα τα 11 και 12 και 13 που πάλευαν στον αριθμητή τού 15 για να αποδείξουν τι αξίζει παραπάνω από τους άλλους, πόσο καλύτερη έγινε και αν θα παραμείνει. Αυτός ο φόβος εμφανίστηκε κοντά στο τέλος της δοκιμασίας. Το τεστ δεξιοτήτων κυλούσε ομαλά και εγγυημένα, μέχρι που αυτή η αίσθηση της άρνησης να συνεχίσει έτσι  τη ζωή της, τής κράτησε το χέρι. Κι αν αρνιόταν να είναι άριστη; Αν δεν τα κατάφερνε; Δική της επιλογή, όχι των γονιών και την πήρε λίγο πριν την 100η ερώτηση.

Ο Μιχάλης στην α’ γυμνασίου ένιωθε περίεργα που δεν αναγνώριζε κανέναν στην αυλή του σχολείου. Ένιωσε ακόμα πιο αμήχανα όταν τις πρώτες μέρες τα κορίτσια κρυφογελούσαν κοιτάζοντας το πρόωρο μουστάκι του και η δυστυχία του κορυφώθηκε με τους ελέγχους του α’ τριμήνου, όπου «δεν τα κατάφερε». Βέβαια δεν ήταν ο μόνος, απ’ όλα είχε η τάξη: και φυτά και άριστους και καλούς και μέτριους και κακούς μαθητές. Κι όσο δεν τους γνώριζε βαθύτερα, οι βαθμοί τούς βάζανε μια ταμπελίτσα, όπως και στον ίδιο που ώρες ώρες την κουβαλούσε σαν σταυρό στην ανηφόρα της εφηβείας του. Στη γ’ γυμνασίου όμως, όλα είχαν αλλάξει. Συμφιλιώθηκαν κι αυτός και οι καθηγητές με τις σταθερές και χωρίς εκπλήξεις επιδόσεις του και η κουρτίνα τραβήχτηκε. Ο Μιχάλης έλαμψε, γέμισε τον αέρα γύρω του με χιούμορ, πνεύμα, εξυπνάδα και ευρηματικότητα και όλοι αποζητούσαν τη συντροφιά του. Εκδρομή χωρίς τον Μιχάλη ήταν απογευματινό τσάι με τις θείες. Πάρτυ χωρίς τον Μιχάλη, αίθουσα αναμονής ιατρείου. Διάλειμμα χωρίς τον Μιχάλη, αναμονή στην αποβάθρα του μετρό. Κι αυτός νιώθοντας πια γερό κομμάτι της κοινότητας τους,  ομολόγησε το όνειρό του: να κάνει τη δουλειά του πατέρα του, τεχνίτης στα μάρμαρα στην αναστήλωση της Aκρόπολης. Το επάγγελμα που θαύμαζε μέχρι και ο σπουδαίος αρχιτέκτονας που την αναστήλωνε. Όταν έφτασε η σημαντική εκείνη μέρα, μπήκε στην αίθουσα, πήρε το χαρτί και άρχισε να απαντάει σκόρπια στις ερωτήσεις. Δεν ήλπιζε σε τίποτα, ούτε φοβόταν. Ήξερε τι ήθελε και σίγουρα αυτό δεν ήταν να δει το όνομά του σε μια λίστα με άριστα παιδιά, με καταπιεσμένα παιδιά που κυνηγούν τους αριθμούς νομίζοντας πως αυτοί καθορίζουν ή είναι το μέλλον τους. Ο Μιχάλης έφτασε και στην 100η ερώτηση. Ούτε αυτήν την απάντησε, ούτως ή άλλως δεν τον αφορούσε.

Για ακόμα μια φορά, Σεπτέμβρης. Μέσα σε ένα προαύλιο που περιμένει να υποδεχτεί όλους όσοι το εγκατέλειψαν τον Ιούνη. Όμως φέτος είναι διαφορετικά,  δεν είναι όλοι εκεί. Η Μάρθα και η Αγγελική. Μαζί και μόνες. Λείπει η Άννα. Λείπει η Σοφία. Λείπει και η Βασιλική. Καθόλου γούστο δεν είχε φέτος το ντύσιμο για τον αγιασμό. Ούτε η ανταλλαγή των καλοκαιρινών νέων, ούτε οι ματιές στο ψήλωμα των αγοριών, ούτε τα σχέδια για την πρώτη έξοδο. Στο βάθος, ο Γιώργος και ο Πέτρος κοιτάζονται αμήχανα σαν να γνωρίζονται σήμερα. Το πλάνο ελλιπές. Λείπουν από δίπλα τους ο Τάσος και ο Φώτης. Λες να τους σκέφτονται κι εκείνοι; Συγκρίνουν τον περσινό Σεπτέμβρη με τον φετινό και αμέσως στέκεται  ένας κόμπος στο λαιμό τους και το μυαλό τους ουρλιάζει «ΓΙΑΤΙ;». Ηρεμούν. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζουν. Βρίσκονται εκεί, στο σχολείου τους, είναι οι τυχεροί. Ή μήπως και όχι; Ματιές τριγύρω. Όλα γνώριμα και όλα ξένα. Και το σχολείο των γυμνασιακών χρόνων που περίμεναν να γίνει η αγκαλιά της ενηλικίωσης, των μεγάλων προσδοκιών, των φωτεινών ονείρων, τι έγινε; Ένα ξεφτισμένο πάτσγουορκ με κομμάτια που λείπουν. Λες και ξηλώθηκαν όλα τα χρωματιστά και έμειναν τα ασπρόμαυρα, τα μουντά. Πώς να ξεκινήσει η πρώτη χρονιά του Λυκείου, όταν αισθάνεσαι σαν στην αυλή του δημοτικού; Τότε που δεν ήξερες σχεδόν ούτε τον ίδιο σου τον εαυτό. Έτσι ένιωθαν κι εκεί. Και το πιο κρίμα είναι πως το εκεί, ήταν το ίδιο τους το σχολείο. Αμέσως θυμήθηκαν εκείνη τη μέρα. Πριν λίγους μήνες ήταν. Εκείνη τη μέρα που τους έστειλαν να δώσουν εξετάσεις για άρστους, με σαγιονάρες και πορτοκαλάδα. Πόσο άδικο.

Μέσα καλοκαιριού. Μια καθηγήτρια-διορθώτρια αντί να βρίσκεται σε μια παραλία, βρίσκεται  αντιμέτωπη  με μια στίβα  γραπτά, καλυμμένα ονόματα. Άσπρα  χαρτιά, που κουβαλούν ακόμα το άγχος και την αγωνία που είχαν ακουμπήσει τα ανώνυμα παιδιά σε αυτά, εκείνη την ηλιόλουστη μέρα του Ιουνίου. Εκείνη τη μέρα που αποχαιρετήθηκαν η Μαρία και ο Γιάννης αποχωρώντας από το χώρο του σχολείου, χωρίς να είναι, για πρώτη φορά, σίγουροι αν θα ξαναβρεθούν εκεί. Εκείνη τη μέρα που δεν ήθελαν ποτέ να φτάσει. Εκείνη τη μέρα που το μόνο που σκέφτονταν ήταν πως απέναντι τους γνέφει μόνο η αποτυχία, η απώλεια. Διορθώνει την 1η ερώτηση, την 2η ερώτηση, …… την 62η, .. 81η, .. 93η και .. φτάνει στην 100η, την διαβάζει: «Αν δίνατε εισαγωγικές εξετάσεις για την Ιατρική της Αθήνας με ποια σειρά επιτυχίας θα επιθυμούσατε να μπείτε;» … και συμβουλεύεται τις οδηγίες διόρθωσης που έχει εκδώσει η επιτροπή θεμάτων, Αποδεκτή απάντηση: 1η Μερικώς αποδεκτή απάντηση: 2η Μη αποδεκτή απάντηση: 3η και κάτω

Μάρτιος 2013

ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΦΤΕΡΑ

ΕΝΟΣ ΛΕΠΤΟΥ ΣΙΓΗ

Ενός λεπτού σιγή για κάποιους. Ένα λεπτό στην τηλεόραση για κάποιους άλλους. Η φωτογραφία του Φίλιππου εμφανίζεται σε μερικά κανάλια. Κάποια άλλα  αποσιωπούν το γεγονός. Είχε τα πάντα λένε όλοι: χρήματα, σπίτι, ισορροπημένη οικογένεια, φίλους… Γιατί λοιπόν ένα παιδί που τα έχει όλα να αποπειραθεί να αυτοκτονήσει; Ναρκωτικά λένε κάποιοι, ερωτική απογοήτευση  λένε κάποιοι άλλοι. Όχι, θα έλεγε αυτός, αν δεν ήταν καθηλωμένος σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου. Όχι, θα βροντοφώναζε αν οι γιατροί δεν ήταν από πάνω του και οι δημοσιογράφοι έξω από το δωμάτιο, σαν τα όρνεα. Αλλά ο Φίλιππος δεν μπορεί να φωνάξει. Άλλοι μιλούν γι’ αυτόν.   Για ένα λεπτό η ζωή  πέρασε μπροστά από τα γεμάτα πόνο μάτια του. Ο πατέρας του αυστηρός στρατιωτικός, έλειπε συνεχώς, καθώς η μητέρα του είχε επιλέξει να μην τον ακολουθεί στις πόλεις που κάθε λίγο έπαιρνε μετάθεση. Τα λόγια του έκοβαν σα ξυράφι: «Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια», το τρίπτυχο που ακολουθούσε και προσπαθούσε να μεταβιβάσει και στο γιο του, όμως στη ζωή δεν επιλέγουμε πάντα το ποιοι είμαστε… Η μητέρα του ήταν γυναίκα καριέρας, δυναμική, έξυπνη, καλόκαρδη, πρότυπο, όμως και αυτή του γύρισε την πλάτη. Τώρα παρακαλά το Θεό και κλαίει για να ξαναδεί τον μονάκριβο γιο της καλά.   Έφηβοι, αγόρια και κορίτσια που κάποτε ο Φίλιππος τους αποκαλούσε «φίλους» του, βγάζουν τα μαύρα από τις ντουλάπες και στήνονται μπροστά από τις κάμερες, δίνοντας συνέντευξη με κροκοδείλια δάκρυα. Όλοι λένε πόσο καλός ήταν ο Φίλιππος στο ποδόσφαιρο, πόσο καλό παιδί ήταν, πως είχε μέλλον μπροστά του, πόσο φίλοι ήταν… Δεν αναφέρουν όμως πως τον εξωθούσαν στα άκρα ή ότι τον προκαλούσαν λέγοντας του χυδαία λόγια, όταν έμαθαν την αλήθεια. Αλήθεια όμως, τι κάνει ένα δεκαεξάχρονο αγόρι να πάρει τόσα χάπια, ώστε να βυθιστεί σε έναν αιώνιο και λυτρωτικό ύπνο;   Όταν ο πατέρας του γύρισε για κάποιες ημέρες στο σπίτι, ο Φίλιππος θεώρησε ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή για να αποκαλύψει στους γονείς του την αλήθεια για τα πραγματικά του συναισθήματα. «Μαμά, μπαμπά πρέπει να σας πω κάτι και περίμενα πολύ καιρό για την κατάλληλη στιγμή. Δεν μπορώ να καταπιέζω αυτά που νιώθω. Είμαι ομοφυλόφιλος! Προσπάθησα να πείσω τον ευατό μου ότι είναι απλά μια φάση, αλλά δεν είναι…» Ο πατέρας του πήρε το πιο άγριο ύφος που είχε δει ποτέ το αγόρι. Όλο του το σώμα έκανε συσπάσεις, λες και ένα αερικό έτρεχε σε όλο του το κορμί, Είπε μόνο τέσσερις λέξεις. Μόνο τέσσερις, που όμως ήταν αρκετές για να καταφέρουν να σπάσουν την καρδιά του νεαρού αγοριού. Οι λέξεις αυτές έκοβαν σαν μαχαίρι. « Δεν είσαι γιος μου», ξεστόμισε. Οι λέξεις αυτές έκρυβαν μέσα τους  θυμό, ντροπή, τρόμο, απόγνωση… Η μητέρα του κατηγορούσε τον εαυτό της, καθώς καυτά δάκρυα έτρεχαν από τα καθαρά της μάτια. Θα τον πήγαινε στους καλύτερους γιατρούς και ψυχολόγους, έλεγε, γιατί πίστευε πραγματικά ότι η ομοφυλοφιλία είναι ασθένεια. Ασθένεια…   Σιωπή… Την επόμενη ημέρα, άνοιξε την καρδιά και την ψυχή του στους φίλους του. Αν η καρδιά του είχε σπάσει την προηγούμενη ημέρα, τώρα είχε γίνει χιλιάδες κομματάκια. Όμως, εδώ και 16 χρόνια η καρδιά του ήταν λειψή, επειδή προσποιούνταν ότι ήταν κάτι που ποτέ δεν είχε υπάρξει. Τουλάχιστον, με τα τόσο μικρά κομματάκια της θα μπορούσε σιγά σιγά να φτιάξει ένα μωσαϊκό. Το μωσαϊκό της αλήθειας… Οι φίλοι του έδειξαν συμπόνια μπροστά του, όμως από πίσω του έβγαλαν διχαλωτές γλώσσες γεμάτες δηλητήριο, ειρωνεία και κακία που σκοτώνει. Οι «κολλητοί» του ξέσπασαν και θύμωσαν. Ένας μάλιστα τον χτύπησε στο πρόσωπο, ακριβώς πάνω από το δεξί μάτι. Άρχισε να αναβλύζει ζεστό, κατακόκκινο αίμα. Ο Φίλιππος πεσμένος στην αυλή του σχολείου είχε συσπειρωθεί, θυμίζοντας κουβάρι. Το κεφάλι του πονούσε, αλλά όλα γίνονταν πιο καθαρά. Δεν αναγνώριζε πια τα άτομα που υπήρξαν φίλοι του τόσα χρόνια. Είναι σα να βλέπεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη. Κοιτάς το είδωλο που έβλεπες μια ζωή, όμως δεν μπορείς να πιστέψεις ότι είναι αυτή η σάρκα που περιβάλλει και συνάμα περιορίζει την ψυχή σου.   Μετά την αποκάλυψη της αλήθειας, στο σπίτι ο Φίλιππος κλεινόταν ώρες στο δωμάτιό του και άκουγε μουσική. Έβαζε τα ακουστικά στα αυτιά του, ανέβαζε τον ήχο και προσπαθούσε να μην ακούει τις φωνές των φίλων και των γονιών του που αντηχούσαν στο μυαλό του. Κανένας όμως ήχος δεν φτάνει τέτοια ένταση ώστε να καλύψει τη φωνή του υποσυνείδητου. Άκουγε το ίδιο τραγούδι ξανά και ξανά. “Imagine” του John Lenon, ένα τραγούδι σύμβολο για μια δεκαετία, πιο επίκαιρο από ποτέ. «Φαντάσου όλους τους ανθρώπους να ζουν ειρηνικά. Θα μου πεις ότι είμαι ονειροπόλος, μα δεν είμαι ο μόνος…». Μπορεί ο κόσμος που παρουσίασε ο στιχουργός να είναι ιδανικός, παραμυθένιος , όμως ο καθένας μπορεί να ελπίζει σε ό,τι θέλει. Ο κόσμος δεν θα είχε κανένα απολύτως νόημα χωρίς ελπίδα και όνειρα! Τα δύο αυτά στοιχεία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως το αλατοπίπερο της ζωής. Γι’ αυτό η ζωή των ενηλίκων είναι τόσο άνοστη, της λείπει το αλατοπίπερο!   Το σχολείο είχε μετατραπεί σε επίγεια κόλαση. Βρισιές κάθε είδους και βιαιοπραγίες εναντίον του άτυχου παιδιού. Το νεαρό αγόρι είχε μετατραπεί σε σάκο του μποξ. Όλοι ξεσπούσαν πάνω του, έβγαζαν το θυμό, την αγανάκτηση και το φόβο τους. Ένα παιδί τον έσπρωξε στις σκάλες, βρίζοντας τον. Ο πραγματικός λόγος για το σπρώξιμο ήταν η αγανάκτηση του παιδιού, καθώς ο πατέρας του είχε απολυθεί από τη δουλειά του και δεν μπορούσε να του προσφέρει τα απαραίτητα. Όλοι έψαχναν ένα εξιλαστήριο θύμα, έναν αποδιοπομπαίο τράγο και τον είχαν βρει.   Ο Φίλιππος δεν άντεχε άλλο! Η ψυχή του προσπαθούσε να βρει τρόπο διαφυγής, να βγει έξω από το σώμα του, να είναι ελεύθερη. Του πέρασε μια ιδέα από το μυαλό: να φύγει από τη χώρα, όμως  δεν είχε την οικονομική ευχέρεια να κάνει ένα τόσο μεγάλο βήμα μόνος του. Τότε σκέφτηκε ένα είδος ελευθερίας που δεν θα κόστιζε. Μια λύτρωση που λεγόταν θάνατος. Πώς γίνεται μια τόσο μικρή και εύκολη λέξη να προκαλεί τόσο πόνο;  Ίσως γιατί οι άνθρωποι την έχουν συνδέσει με την απώλεια ενός αγαπημένου τους προσώπου. Γιατί όμως όλοι να κατηγορούν το θάνατο που τους στέρησε τον αγαπημένο τους και όχι τη μνήμη  που τους θυμίζει όσα είχαν περάσει μαζί; Αν ο θάνατος δεν συνοδευόταν από τόσο θλιβερά και μακάβρια συναισθήματα θα τον αντιμετωπίζαμε όπως πραγματικά είναι: η φυσική εξέλιξη της ζωής.  Μπορεί η απόδοση αυτής της λέξης να φαντάζει κυνική, όμως είναι εύλογη. Ο νεαρός Φίλιππος έκανε την επιλογή του ανάμεσα στο θάνατο και στη ζωή, όμως στο δικό του μυαλό η επιλογή έγινε ανάμεσα στη λύτρωση και στο αδιάκοπο μαρτύριο.   Έτσι, μια μέρα, μετά από έναν ομηρικό καυγά με τους γονείς του, άνοιξε το ντουλαπάκι του μπάνιου όπου φυλούσαν τα φάρμακα και έβαλε στη παλάμη του μερικά. Έπειτα πήγε στο δωμάτιό του, έκλεισε την πόρτα και έβαλε τα ακουστικά στα αυτιά του. Στο διπλανό δωμάτιο οι διαπληκτισμοί συνεχίζονταν, καθώς οι δύο γονείς απέδιδαν ευθύνες ο ένας στον άλλο για την «κατάσταση» του παιδιού τους. Έβαλε να παίξει το  «Imagine» και καθώς άκουγε το μαγικό αυτό τραγούδι κατάπιε τα χάπια και βυθίστηκε σιγά σιγά σε έναν ονειρικό λήθαργο, ενώ δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του. Τα δύο αυτά δάκρυα αντιπροσώπευαν το «αντίο» που ήθελε να πει ο Φίλιππος στους δύο ανθρώπους που του χάρισαν το δώρο της ζωής: τους γονείς του. Ήθελε με αυτές τις μικρές σταγονίτσες να τους πει «ευχαριστώ», «συγγνώμη», «εις το επανιδείν», αλλά δεν βρήκε τα λόγια να τους το πει!   Η μητέρα του μπήκε στο δωμάτιό του ένα λεπτό αργότερα από καθαρό μητρικό ένστικτο. Μόλις τελείωνε το τραγούδι … Προσπάθησε να ξυπνήσει τον άγγελό της, αλλά αυτός είχε μια γαλήνη στα σφαλιστά του μάτια που δεν ήθελε να αποχωριστεί. Φώναξε στον άντρα της να καλέσει ασθενοφόρο και πήρε στην αγκαλιά το παιδί της κλαίγοντας…   Το ασθενοφόρο έφτασε  λίγα λεπτά αργότερα. Οι νοσηλευτές πήραν το κορμί του αγοριού και με τη συνοδεία των γονιών του, το μετέφεραν στο νοσοκομείο. Η κατάσταση του αγοριού ήταν κρίσιμη, οι γονείς του απαρηγόρητοι. Κάθε δευτερόλεπτο ήταν πολύτιμο. Οι γιατροί έκαναν ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό, για να σώσουν το παιδί. Πίσω από την πόρτα που έγραφε «Εντατική» οι γιατροί έδιναν μάχη για να μην κοπεί το νήμα που κρατούσε στη ζωή το νεαρό αγόρι. Έξω από την πόρτα οι δημοσιογράφοι έδιναν ενός άλλου είδους μάχη, για να πάρουν ένα αποκλειστικό ρεπορτάζ της είδησης, προσφέροντας αστρονομικά ποσά στους γονείς.   Ο γιατρός βγήκε έξω ζητώντας από τους γονείς να τον ακολουθήσουν. Τους είπε ότι προσπάθησαν να κάνουν ό,τι μπορούσαν και ότι ο Φίλιππος είχε σωθεί, όμως βρισκόταν  σε κωματώδη κατάσταση. Ρώτησαν αν μπορούσαν να τον δουν και ο γιατρός έγνεψε καταφατικά.  Όταν μπήκαν στο κατάλευκο, αποστειρωμένο δωμάτιο της εντατικής, είδαν το αγόρι  με τα καστανά μαλλιά ξαπλωμένο στο κρεβάτι συνδεμένο με δεκάδες μηχανήματα. Τίποτα όμως στο πρόσωπο του γαλήνιου αλλά ακίνητου παιδιού δεν τους θύμιζε τον Φίλιππο ΤΟΥΣ. Το χαρούμενο και γελαστό αγόρι που έτρεχε το γήπεδο κυνηγώντας τη μπάλα του ποδοσφαίρου. Ο πατέρας του του έπιασε το χέρι, το έσφιξε και ξέσπασε σε δάκρυα επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά την λέξη «συγγνώμη»…. Ως στρατιωτικός, ήταν αμείλικτος, σκληροτράχηλος και δεν έκλαιγε ποτέ.   Πώς όμως να μην κλάψει στη θέα του γιου του  που ήταν καθηλωμένος σε αυτό το σιδερένιο κρεβάτι του νοσοκομείου, ξέροντας ότι αυτός έφταιγε για αυτήν την κατάσταση;  Ξαφνικά, ο άνδρας ένιωσε ένα πολύ ελαφρύ και χαλαρό σφίξιμο στο χέρι του. Τα μηχανήματα έκαναν πιο γρήγορους ήχους και το αγόρι άνοιξε τα μάτια του! Ο σωματώδης αυτός άνδρας στην εικόνα αυτή, ξέσπασε ξανά σε κλάματα, αλλιώτικα όμως αυτήν την φορά! Ήταν δάκρυα χαράς….!  Λίγες μέρες αργότερα, ο Φίλιππος πήρε εξιτήριο και γύρισε στο σπίτι του μαζί με τους δύο σημαντικότερους ανθρώπους στην ζωή του. Άλλαξε σχολείο και γνώρισε καινούρια άτομα που τον αποδέχθηκαν γι’ αυτό που είναι. Κάποιοι φίλοι του ζήτησαν μετανιωμένοι συγγνώμη, κάποιοι άλλοι συνέχισαν να τον κοροϊδεύουν, μόνο που ο Φίλιππος δεν έδινε πια σημασία.  Οι γονείς του έψαξαν και έμαθαν ότι οι ομοφυλόφιλοι δεν έχουν καμία διαφορά από τους άλλους ανθρώπους και γνώρισαν πολύ καλύτερα τον Φίλιππο από ό,τι τον ήξεραν 16 χρόνια τώρα.

Ενός λεπτού σιγή λοιπόν   για όλα τα «πρέπει» και τα «μη» που προσπάθησαν να μας κόψουν τα φτερά για το δρόμο της ελευθερίας…

Το λανθάνον νόημα μιας νεότητας

Βαρσίνη

Τα νεύρα απ’ το ρυτιδιασμένο σεντόνι Ο ανατριχιαστικός ήχος του παραθυρόφυλλου Η αδιαθεσία ενός πουλιού που λιποθύμησε Και η μελαγχολία ενός νέου

Τα καλλιγραφικά γράμματα του ψέματος Το τρεμάμενο χείλος μιας αλήθειας Κι ένα κίτρινο «πωλείται» με το μέλλον μιας γενιάς: «Τιμή ευκαιρίας»

Ένας σταυρός που δεν έγινε πριν το φαγητό Μια προσευχή που χύθηκε κάτω απ’ το ιδρωμένο μαξιλάρι Το ζωντανό κουφάρι μιας ψυχής που σέρνει το άρμα Και οι αγκαθωτοί διάδρομοι μιας λανθάνουσας νεότητας

Μια θλίψη που μασάει κάθε βράδυ μουχλιασμένα τρίμματα ελπίδας Η δημοκρατία που μεθάει με κώνεια Μια υπνοβασία υπό μορφήν ανίατης επιδημίας Κι ένας ακαριαίος θάνατος

Τα ρήματα ψυχικού πάθους γραμμένα στο θρανίο Τα αυτονόητα «σ’ αγαπώ» και «σε μισώ» που ντράπηκαν να ειπωθούν Το νόημα ενός αναστεναγμού Και το αμάρτημα του λαίμαργου φεγγαριού που τρώει τον εαυτό του

Μια παρέλαση απλών, περαστικών ανέργων Τα σχιζοφρενή νεύματα της εξουσίας Μιάμιση σειρά ιστορίας Κι ένα συμπέρασμα μουτζουρωμένο απ’ τις προκείμενες

Ο ψεύτικος χρησμός του μάντη Οι Ιφιγένειες που στενάζουν κάθε βράδυ στους βωμούς Τα τυφλωμένα αγάλματα Κι η ποίηση, τα δάκρυα που δεν στέγνωσαν ποτέ…

Σοφία Μιμιλίδου 2o ΓΕΛ Έδεσσας

Γράφει ο Μανώλης Γρηγοράκης

Ο γνωστός συμπολίτης μας και σημαντικός φωτογράφος, Φώτης Καζάζης σε μια θαυμάσια δουλειά, με πάνω από 80 έργα, παρουσίασε για πρώτη φορά στη πόλη μας, την Ελλάδα όπως την έζησε από το 1964- 1976 στα αναρίθμητα ταξίδια του ανά την επικράτεια. Ήταν ένα έργο εικαστικό και ανθρωποκεντρικό όπου κατάφερε τελικά να ταξιδεύει τον θεατή στην ελληνική ύπαιθρο μιας άλλης Ελλάδας που υπάρχει μόνο στις αναμνήσεις μας. Η έκθεση παρέμεινε στο Γαλαξία πρός τέρψη του φιλότεχνου κοινού από τις 13 μέχρι τις 20 Μαΐου σημειώνοντας μεγάλη επισκεψιμότητα.

 

Γράφει η Χριστίνα Μαυρίδου : Πτυχιούχος Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Τμήματος Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού
Με ειδίκευση στον κύκλο «ευρωστία και υγεία»

Μια νέα μόδα που κατέφτασε στην Ελλάδα πρόσφατα, αλλά υπήρχε εδώ και αρκετά χρόνια στο χώρο της yoga -η yoga Bikram- γνωστή ως Hot Yoga, η οποία εφαρμόζεται σε δωμάτιο με θερμοκρασία 40ο C και 60% υγρασία, έχει μεν αρκετά οφέλη, αλλά για κάποιους μπορεί να αποτελέσει μεγάλο κίνδυνο. Κατ’ αρχάς βοηθάει στην απώλεια τοξινών από το σώμα και την μείωση βάρους, στην προσπάθειά του ο οργανισμός να επαναφέρει τη θερμοκρασία του σώματος σε φυσιολογικά επίπεδα αυξάνοντας έτσι τις καύσεις. Επίσης συμβάλλει στην απόκτηση ελαστικότητας των μυών και των τενόντων, με αποτέλεσμα να αποτρέπονται οι τραυματισμοί. Όμως, από ιατρικής άποψης, οποιαδήποτε άσκηση γίνεται σε ακραίες συνθήκες, όπως συμβαίνει με τη Hot Yoga, απαγορεύεται! Δεν κάνει για όλους! Άνθρωποι κυρίως ηλικιωμένοι ή αγύμναστοι με καρδιαγγειακά ή αναπνευστικά προβλήματα και άλλες σχετικές παθήσεις, αντενδείκνυται να υποβάλλουν τον οργανισμό τους σε τόσο μεγάλη ταλαιπωρία.
Είναι γνωστό ότι η φυσική δραστηριότητα σε θερμό και υγρό περιβάλλον κουράζει τους μηχανισμούς απώλειας θερμότητας του σώματος. Η κανονική θερμοκρασία του ανθρώπινου σώματος είναι 37ο C. Κατά τη διάρκεια έντονης δραστηριότητας, το σώμα παράγει μεγάλες ποσότητες θερμότητας, που πρέπει να διαχυθούν για να διατηρηθεί η θερμοκρασία του σώματος. Ο κύριος τρόπος μείωσης της θερμοκρασίας είναι η εξάτμιση του ιδρώτα. Όταν λοιπόν γυμναζόμαστε σε υγρό περιβάλλον, η εξάτμιση μειώνεται, αφού ο αέρας είναι ήδη κορεσμένος με υγρασία. Γι’ αυτό το λόγο είναι δύσκολη η ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος, όταν οι καιρικές συνθήκες είναι ακατάλληλες.
Ο μέγιστος ρυθμός απώλειας ιδρώτα κατά τη διάρκεια της άσκησης σε ζέστη, μπορεί να προσεγγίσει τα 1-2 λίτρα ανά ώρα, τα οποία, αν δεν αναπληρωθούν, θα επέλθει αφυδάτωση. Αν η αφυδάτωση δεν αντιμετωπισθεί με νερό ή άλλα υγρά υποκατάστασης, γίνεται δυσκολότερο για το σώμα να διατηρήσει την κανονική του θερμοκρασία. Επειδή ο οργανισμός μας όμως είναι «έξυπνος», κάποια στιγμή η εφίδρωση μειώνεται, καθώς το σώμα αρχίζει να κατακρατεί το νερό που του έχει απομείνει, μετατοπίζοντας το αίμα στο δέρμα, για να μεταφέρει την παραπανίσια θερμότητα απευθείας στο περιβάλλον. Αυτό όμως είναι λιγότερο αποτελεσματικό από την εξάτμιση και μπορεί να δημιουργήσει διάφορα προβλήματα που σχετίζονται με τη θερμότητα, όπως θερμοπληξία ή υπερθερμία.
Ένας τρόπος ελέγχου της ποσότητας απώλειας των υγρών είναι η παρακολούθηση του χρώματος των ούρων. Το Αμερικανικό Κολλέγιο Αθλητιατρικής απεφάνθη ότι τα καθαρά (σχεδόν άχρωμα) ούρα που παράγονται σε μεγάλες ποσότητες, φανερώνουν ότι είστε ενυδατωμένοι και έτοιμοι για άσκηση. Τα σκούρα κίτρινα ούρα που παράγονται σε μικρές ποσότητες, αποτελούν ένδειξη αφυδάτωσης και ανάγκης για αναπλήρωση υγρών.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΣΧΕΤΙΖΟΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΣΕ ΘΕΡΜΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

1) Κράμπες από θερμότητα: Κράμπες, ιδιαίτερα στους μυς που δραστηριοποιούνται περισσότερο κατά την άσκηση.
2) Εξάντληση από θερμότητα: Κράμπες στους μυς, αδυναμία, ζάλη, κεφαλαλγία, ναυτία, κολλώδες δέρμα, ωχρότητα.
3) Θερμοπληξία: Θερμό και ερυθρό δέρμα, ξηρό δέρμα (έλλειψη εφίδρωσης), ζάλη, ταχυσφυγμία, απώλεια αισθήσεων, μεγάλη αύξηση της θερμοκρασίας.

ΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΣ ΜΑΣ

1) Αντικατάσταση υγρών τακτικά, πριν και κατά τη διάρκεια τη άσκησης.
2) Σταδιακή ένταση στην άσκηση, όταν υπάρχει ζεστό και υγρό περιβάλλον. Η υπερβολική προσπάθεια από την πρώτη κιόλας φορά είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη!
3) Να φοράτε πορώδη ενδύματα, τα οποία επιτρέπουν τη δίοδο του αέρα, ώστε να μειώνεται η θερμοκρασία του σώματος. Τα ελαστικά, πλαστικά ή άλλα μη πορώδη ενδύματα είναι εξαιρετικά επικίνδυνα.
4) Μην αλλάζετε το βρεγμένο σας μπλουζάκι με κάποιο άλλο στεγνό, διότι το υγρό μπλουζάκι δροσίζει καλύτερα το σώμα, αποφεύγοντας έτσι την θερμοπληξία.
5) Ξεκούραση σε τακτά χρονικά διαστήματα, κατά προτίμηση σε δροσερό μέρος.

Γράφει η Χριστίνα Μαυρίδου:

Πτυχιούχος Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Τμήματος Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού με ειδίκευση στον κύκλο «ευρωστία και υγεία»

www.personaltrainerchristy.com

«Παν μέτρον άριστον» όπως έλεγαν και αρχαίοι ημών πρόγονοι και είχαν απόλυτο δίκιο, αφού η φράση αυτή, ισχύει ακόμα και για το ανεπιθύμητο για όλους μας λίπος! Τι είναι τελικά το λίπος όμως; Φίλος ή εχθρός μας;

Κάθε άτομο για να έχει καλή υγεία, πρέπει να έχει τουλάχιστον μια ελάχιστη ποσότητα σωματικού λίπους, το οποίο ονομάζεται βασικό λίπος και είναι απαραίτητο για:
1) Τη θερμορύθμιση (ρύθμιση της θερμότητας του σώματος)
2) Τη ρύθμιση των βασικών θρεπτικών συστατικών του σώματος, μεταξύ αυτών και των βιταμινών Α, D, E, K.

Στις γυναίκες, το εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό σωματικού λίπους (απίσχναση) αποτελεί σημαντικό πρόβλημα. Η αμηνόρροια μπορεί να εμφανιστεί σε επίπεδα λίπους από 10% – 16% και όταν συνοδεύεται με χαμηλά επίπεδα λίπους (<10%), θέτουν τη γυναίκα σε κίνδυνο απώλειας οστικής μάζας (οστεοπόρωση).

Όσον αφορά το λίπος που λαμβάνουμε από τις τροφές, διαχωρίζεται σε καλό και κακό. Τα καλά λιπαρά, το λεγόμενο φυτικό λίπος, είναι τα ακόρεστα λιπαρά, τα οποία διακρίνονται σε πολυακόρεστα (ψάρια,λιναρόσποροι, έλαιο του λιναρόσπορου, καλαμποκέλαιο, σογιέλαιο, ηλιέλαιο) και μονοακόρεστα (φιστίκια Πεκάν, φουντούκια, αμύγδαλα, σουσάμι, σπόροι κολοκύθας, ελαιόλαδο, φυστικέλαιο).

Τα καλύτερα είναι τα μονοακόρεστα. Τα καλά λιπαρά μειώνουν την κακή χοληστερόλη (LDL) και αυξάνουν την καλή χοληστερόλη (HDL). Σύμφωνα μάλιστα, με μια πρόσφατη έρευνα διαπιστώθηκε ότι το καλό λίπος είναι ικανό να «διώξει» το κακό λίπος.

Επίσης, τα ωμέγα 3 λιπαρά οξέα που βρέθηκαν σε ορισμένα είδη ψαριών όπως ο σολομός και η ρέγκα, και σε φυτικά προϊόντα, όπως το σογιέλαιο, το έλαιο canola, τα καρύδια και ο λιναρόσπορος – είναι ένας τύπος πολυακόρεστων λιπαρών που πιστεύεται ότι είναι ιδιαίτερα καλό για την ομαλή λειτουργία της καρδιάς.

Τα κακά λιπαρά είναι τα ζωικά, τα οποία προέρχονται από το κρέας, τα γαλακτοκομικά προϊόντα με πλήρη λιπαρά, το αυγό και σε όλα προϊόντα γίνονται με αυτά τα τρόφιμα (π.χ. αλλαντικά, μαγιονέζα, γιαούρτι). Αυτά τα λιπαρά ονομάζονται κορεσμένα και είναι απαραίτητα για τον οργανισμό σε ποσοστό λιγότερο από το 10% των ημερήσιων θερμίδων, κατά προτίμηση από άπαχα πουλερικά και χαμηλά σε λιπαρά ή από γαλακτοκομικά προϊόντα χωρίς λιπαρά. Τα κορεσμένα λιπαρά, σε θερμοκρασία δωματίου είναι στερεά εν αντιθέσει με τα ακόρεστα, τα οποία είναι ρευστά και δεν παγώνουν ακόμα και στο ψυγείο.

Οι βιομηχανίες τροφίμων συνήθως μετατρέπουν τα ακόρεστα φυτικά λιπαρά, όπως π.χ. το κακάο, από υγρά σε στερεά προσθέτοντας επιπλέον υδρογόνο, καθιστώντας τα «υδρογονωμένα» ή trans λιπαρά. Τα υψηλότερα επίπεδα των τρανς λιπαρών βρίσκονται στα ψημένα αγαθά, τα ζωικά προϊόντα, και τη μαργαρίνη. Ακόμα όμως και αν τα τρανς λίπη προέρχονται από φυτικές πηγές, μπορούν να προκαλέσουν περισσότερα προβλήματα καρδιάς από τα κορεσμένα και ακόρεστα λίπη.

Για να δούμε όμως τι αντίδραση θα έχει ο οργανισμός μας στην κατανάλωση ενός γεύματος πλούσιο σε κορεσμένα λιπαρά όπως π.χ. πολύ κρέας (μπριζόλα), πατάτες και σαλάτες με σος, λιπαρά τυριά, πολλά αυγά, μαγιονέζα.

Τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων ανεβαίνουν. Τα αυξημένα τριγλυκερίδια δημιουργούνται από τη λήψη υπερβολικών θερμίδων οι οποίες αποθηκεύονται στα λιποκύτταρα. Τα υψηλά επίπεδα τριγλυκεριδίων αυξάνουν τον κίνδυνο της υψηλής αρτηριακής πίεσης, του διαβήτη και πολλών καρδιακών προβλημάτων. Τα αιμοφόρα αγγεία γίνονται στενότερα, η πίεση του αίματος ανεβαίνει και αυξάνονται τα επίπεδα της LDL (κακή χοληστερόλη).

Υπάρχουν όμως και τα κρυφά λιπαρά, τα οποία δεν είναι απαραίτητα κακά. Οι ξηροί καρποί, το καλαμπόκι, οι ηλιόσποροι, οι ελιές, το σουσάμι, η σόγια και άλλα φυτικά τρόφιμα έχουν μεν κρυφά λιπαρά, αλλά αυτά είναι καλά.

Στο ερώτημα λοιπόν, αν το λίπος είναι φίλος ή εχθρός μας, η απάντηση είναι ότι το λίπος είναι φίλος μας όσο παραμένει σε ένα φυσιολογικό ποσοστό και όσο τρεφόμαστε με τα καλά λιπαρά. Αν όμως διαταραχθεί αυτή η ισορροπία, το λίπος μπορεί να γίνει και ο χειρότερος εχθρός μας. Είναι στο χέρι μας λοιπόν, να το κάνουμε τον καλύτερο μας φίλο! Ξεκινήστε λοιπόν! Τι περιμένετε;

Τον τελευταίο καιρό ακούμε εξαγγελίες της Δημοτικής Αρχής για αναπλάσεις Πλατειών και την ίδια ακριβώς χρονική στιγμή βλέπουμε τα ήδη υπάρχοντα πάρκα, ειδικά εκείνα στην Άνω Νέα Σμύρνη να βρίσκονται στο έλεος του καθένα… Ακόμα και τώρα που έχουμε χάσει την μπάλα ως μοντέλο διοίκησης αυτής της χώρας στις μικρογραφίες της κοινωνίας που είναι οι Δήμοι όλα δείχνουν πως δυστυχώς εξακολουθούμε να σκεφτόμαστε με τον παλιό «καλό» τρόπο…

Παρόλο που με άπλες κινήσεις μπορούμε να φτιάξουμε αυτά που υπάρχουν μέσω των υπηρεσίων του Δήμου οι απαντήσεις που λαμβάνουμε από τους αρμόδιους είναι «ερχόμαστε όποτε μπορούμε για να τα φτιάχνουμε»… Φαίνεται λοιπόν πως η ευαισθησία των τοπικών αρχών περιορίζεται στα στενά όρια της Κεντρικής Πλατειας, μετά από εκεί απλά συναντάμε το χάος…

Η Άνω Νέα Σμύρνη είναι εγκατελελειμένη!!! Χρειάζονται επειγόντως έργα ανάπλασης της περιοχής. Μπορεί οι καιροί να είναι δύσκολοι, μπορεί τα οικονομικά των Δήμων να είναι περιορισμένα αλλά με την κατάλληλη αναμόρφωση των προτεραιοτήτων της Δημοτικής Αρχής, μπορεί να δοθεί έμφαση σε έργα ουσίας και όχι βιτρίνας και «αρπαχτής»!

Μας έχουν φάει οι γιορτές και οι φιέστες, ενώ θα μπορούσαν να γίνουν πράγματα που θα δώσουν αέρα ανανέωσης στην αγορά της Άνω Νέας Σμύρνης αλλά και στους πολίτες. Η Δημοτική Αρχή μπορεί να περιορίσει τις τεράστιες δαπάνες στην Πλατεία και να κοιτάξει και λίγο παραπέρα στα «ακριτικά» σημεία της Νέας Σμύρνης! Σε σχέση με την υπόλοιπη πόλη υπάρχει έντονη η αίσθηση της εγκατάλειψης!!!

Η Άνω Νέα Σμύρνη είναι αφημένη κυριολεκτικά στην τύχη της. Η εγκατάλειψη είναι εμφανής, ενώ υπάρχουν όντως πολλές πλατείες και πλατειούλες που μπορούν να αναμορφωθούν με ελάχιστα έξοδα.

Τρανό παράδειγμα οι παρακάτω φωτογραφίες: 

1) Καππαδοκίας & Προικονήσου2) Τραπεζούντος & Έβρου 3) Πλατείας Γενοκτονίας Ποντίων (στην Αμισσού)

4) Πλατεία Αίνου

Polls

Σε ποιόν τομέα θα επιθυμούσατε να εστιάσει περισσότερο ο Δήμος Νέας Σμύρνης;

View Results

Loading ... Loading ...
Πρόσφατα Νέα